Κονεκτιβισμός

Περιεχόμενα


1. Η μέχρι τώρα κατάσταση
2. Μια εναλλακτική θεωρία
3. Δίκτυα
4. Κονεκτιβισμός
5. Δημιουργία συνδέσεων
6. Δημιουργία νοήματος
7. Χαρακτηριστικά των δικτύων μάθησης
8. Χρήσεις των δικτύων μάθησης
9. Διορθώσεις μέσα στα δίκτυα
10. Συνέπειες για την ανώτατη εκπαίδευση και την εκπαίδευση στις επιχειρήσεις
11. Συμπεράσματα
12. Αναφορές


Η μέχρι τώρα κατάσταση


Ο συμπεριφορισμός, ο γνωστικισμός και ο εποικοδομητισμός είναι οι τρεις μεγάλες και ευρέως γνωστές στον εκπαιδευτικό σχεδιασμό θεωρίες μάθησης. Αυτές οι θεωρίες, παρόλα αυτά, αναπτύχθηκαν μια περίοδο όπου η μάθηση δεν επηρεαζόταν από την τεχνολογία. Τα τελευταία είκοσι χρόνια η τεχνολογία έχει αναδιοργανώσει τον τρόπο που ζούμε, τον τρόπο που επικοινωνούμε και τον τρόπο που μαθαίνουμε. Οι μαθησιακές ανάγκες και θεωρίες, που περιγράφουν τις μαθησιακές αρχές και διαδικασίες, πρέπει να ανταποκρίνονται στα υποκείμενα κοινωνικά περιβάλλοντα. Ο Vaill τονίζει ότι «η μάθηση πρέπει να είναι ένας τρόπος ζωής – ένα συνεχόμενο σύνολο από συμπεριφορές και δράσεις των ατόμων και των ομάδων».

Οι εκπαιδευόμενοι τα προηγούμενα σαράντα χρόνια τελείωναν την υποχρεωτική εκπαίδευση και άρχιζαν μια καριέρα η οποία διαρκούσε συνήθως μια ζωή. Η ανάπτυξη γνώσεων ήταν αργή. Σήμερα αυτές οι συνθήκες έχουν αλλάξει. Η γνώση αυξάνεται εκθετικά και σε πολλούς τομείς η γνώση μετριέται σε μήνες και χρόνια. Ο Gonzales (2004) περιγράφει τις προκλήσεις του συνεχόμενα φθίνοντα χρόνου ζωής της γνώσης:
«Ένας από τους πιο πειστικούς παράγοντες είναι η συρρίκνωση της μισής ζωής της γνώσης. Η «μισή ζωή της γνώσης» είναι η χρονική διάρκεια από την στιγμή που δημιουργείται η γνώση μέχρι να θεωρηθεί παλιά. Τα μισά από αυτά που γνωρίζουμε σήμερα δεν ήταν γνωστά πριν από δέκα χρόνια. Η ποσότητα της γνώσης σε όλο τον κόσμο έχει διπλασιαστεί τα τελευταία δέκα χρόνια και διπλασιάζεται κάθε 18 μήνες, σύμφωνα την American Society of Training and Documentation (ASTD). Για να αντιμετωπίσουμε την συρρίκνωση της μισής ζωής της γνώσης πρέπει οι οργανισμοί να οδηγηθούν στην δημιουργία νέων μεθόδων εκπαίδευσης.

Κάποιες χαρακτηριστικές τάσεις στην μάθηση:
  • Πολλοί εκπαιδευόμενοι οδηγούνται σε μια ποικιλία από διαφορετικά και πιθανά άσχετα πεδία κατά την διάρκεια της δια βίου τους μάθηση.
  • Η ανεπίσημη μάθηση είναι μια σημαντική πτυχή της εκπαιδευτικής μας εμπειρίας. Η επίσημη μάθηση δεν αποτελεί πλέον τον συνηθέστερο τρόπο μάθησης. Η μάθηση πλέον λαμβάνει χώρα με πολλούς διαφορετικούς τρόπους – μέσα από κοινότητες πρακτικής, προσωπικά δίκτυα μάθησης και μέσω της ολοκλήρωσης εργασιών που σχετίζονται με την δουλειά μας.
  • Η μάθηση είναι μια συνεχιζόμενη διαδικασία, η οποία διαρκεί για μια ολόκληρη ζωή. Οι δραστηριότητες που σχετίζονται με την μάθηση και την εργασία δεν διαχωρίζονται πλέον. Σε πολλές περιπτώσεις συμπίπτουν κιόλας.
  • Η τεχνολογία μεταβάλλει το μυαλό μας. Τα εργαλεία που χρησιμοποιούμε καθορίζουν και σχηματίζουν τον τρόπο σκέψης μας.
  • Οι ομαδικές και οι ατομικές διαδικασίες μάθησης είναι παρόμοιες. Η αυξημένη προσοχή στην διαχείριση της μάθησης οδηγεί στην ανάγκη για μια θεωρία η οποία προσπαθεί να εξηγήσει την σύνδεση ανάμεσα στην ατομική και ομαδική μάθηση.
  • Πολλές από τις διαδικασίες, οι οποίες διαχειρίζονταν έως τώρα από τις θεωρίες μάθησης (ειδικά στην γνωστική επεξεργασία της πληροφορίας), μπορούν πλέον να αφεθούν ή να υποστηριχθούν από την τεχνολογία.
  • Το ξέρω-πως και το ξέρω-τι μπορεί να συμπληρωθεί με το ξέρω-που (την κατανόηση του που μπορώ να βρω την γνώση που χρειάζομαι).

Ο Driscoll (2000) περιγράφει την μάθηση ως «η διαρκής αλλαγή στην ανθρώπινη απόδοση ή στην δυναμική απόδοση…(η οποία) πρέπει να προκύψει σαν αποτέλεσμα από την εμπειρία και την διάδραση του εκπαιδευόμενου με τον κόσμο». Αυτός ο ορισμός περικλείει πολλά από τα χαρακτηριστικά που σχετίζονται με τον συμπεριφορισμό, τον γνωστικισμό και τον εποικοδομητισμό. Δηλαδή, η μάθηση σαν μια διαρκώς μεταλλασσόμενη κατάσταση (συναισθηματική, νοητική και ψυχολογική) προέκυψε σαν αποτέλεσμα από τις εμπειρίες και τις διαδράσεις με περιεχόμενο και με άλλους ανθρώπους.

Αναφορές: [3], [5], [9]


Μια εναλλακτική θεωρία


Συμπεριλαμβάνοντας την τεχνολογία και την δημιουργία συνδέσεων ως μαθησιακές δραστηριότητες αρχίζουμε να οδηγούμε τις θεωρίες μάθησης σε μια ψηφιακή εποχή. Δεν χρειάζεται πλέον να δρούμε για να έχουμε μια μαθησιακή εμπειρία και να αποκτήσουμε γνώσεις. Μπορούμε να αποκομίζουμε την επάρκεια των γνώσεών μας μέσω της δημιουργίας συνδέσεων. Η Karen Stephenson δηλώνει:
«Η εμπειρία θεωρείται μακράν η καλύτερη δασκάλα της μάθησης. Από την στιγμή που δεν μπορούμε να έχουμε εμπειρίες από τα πάντα, οι εμπειρίες άλλων ανθρώπων αλλά και οι ίδιοι οι άνθρωποι μπορούν να αναπληρώσουν την γνώση μας. «Αποθηκεύω την γνώση μου στους φίλους μου» είναι μια έκφραση που περιγράφει αυτό που λέμε ως συλλογή γνώσης από ανθρώπους.»

Το χάος είναι μια νέα πραγματικότητα για τους εκπαιδευτικούς. Το χάος είναι η κατάρρευση της προβλεψιμότητας. Σε αντίθεση με τον εποικοδομητισμό, ο οποίος υποστηρίζει πως οι εκπαιδευόμενοι προσπαθούν να κατανοήσουν έννοιες μέσα από δραστηριότητες που σχετίζονται με αυτές, το χάος υποστηρίζει πως η γνώση υπάρχει και η πρόκληση για τον εκπαιδευόμενο είναι να αναγνωρίσει τα πρότυπα που υπάρχουν μεταξύ ιδεών και εννοιών. Η αναγνώριση προτύπων και η δημιουργία συνδέσεων ανάμεσα στις κοινότητες ειδικών είναι σημαντικές δραστηριότητες.

Το χάος σαν επιστήμη αναγνωρίζει τη σύνδεση όλων με όλα. Ο Gleick υποστηρίζει: «Στον καιρό, για παράδειγμα, αυτό μεταφράζεται στο ευρέως γνωστό ως το φαινόμενο της πεταλούδας. Δηλαδή το ότι αν μια πεταλούδα τινάξει τα φτερά της στο Πεκίνο μια μέρα, τότε αυτό μπορεί να προκαλέσει καταιγίδα τον επόμενο μήνα στην Νέα Υόρκη.» Αυτή η αντιστοιχία τονίζει μια πραγματική πρόκληση: «η ευαίσθητη εξάρτηση στις αρχικές συνθήκες» επηρεάζει σημαντικά αυτά που μαθαίνουμε και το πως ενεργούμε βασιζόμενοι στην μάθησή μας. Η δημιουργία αποφάσεων είναι ενδεικτική αυτού. Αν οι υποκείμενες συνθήκες έκαναν τις αποφάσεις να αλλάξουν τότε η απόφαση μόνη της δεν είναι πλέον το ίδιο σωστή όσο ήταν την ώρα που πάρθηκε. Η ικανότητα της αναγνώρισης και προσαρμογής σε πρότυπα είναι μια βασική μαθησιακή δραστηριότητα.

Ο Luis Mateus Rocha (1998) περιγράφει την αυτό-οργάνωση ως τον «αυθόρμητο σχηματισμό καλά οργανωμένων δομών, προτύπων, ή συμπεριφορών από τυχαίες αρχικές συνθήκες». Η μάθηση, ως διεργασία αυτό-οργάνωσης απαιτεί από το σύστημα (προσωπικό ή οργανωσιακό μαθησιακό σύστημα) «να είναι πληροφοριακά ανοιχτό, δηλαδή να είναι ικανό να ταξινομήσει την διάδραση που έχει με ένα περιβάλλον, να μπορεί να αλλάξει τη δομή του…». Οι Wiley και Edwards παραδέχονται την σημαντικότητα της αυτό-οργάνωσης σαν μια μαθησιακή διαδικασία: «ο Jacobs διαφωνεί πως η αυτό-οργάνωση των κοινοτήτων είναι ένα θέμα παρόμοιο με τα κοινωνικά έντομα: αντί των εκατομμυρίων μυρμηγκιών που ακολουθούν τα μονοπάτια φερομόνης που αφήνουν τα υπόλοιπα και αλλάζουν αντίστοιχα την συμπεριφορά τους, εκατομμύρια ανθρώπων προσπερνούν τους άλλους στο πεζοδρόμιο και αλλάζουν αντίστοιχα και την συμπεριφορά τους.» Η αυτό-οργάνωση σε προσωπικό επίπεδο είναι μια μικρό-διαδικασία των μεγαλύτερων αυτό-οργανώσιμων δομών γνώσης που δημιουργήθηκαν εντός των εργασιακών ή των εκπαιδευτικών περιβαλλόντων. Η ικανότητα να σχηματίζουμε συνδέσεις ανάμεσα σε πηγές πληροφορίας και ως εκ τούτου να δημιουργούμε χρήσιμα πρότυπα πληροφορίας είναι απαραίτητο για να μάθουμε στην τωρινή οικονομία της γνώσης.

Αναφορές: [4], [8], [9], [11], [12]


Δίκτυα


Ένα δίκτυο μπορεί να ορισθεί απλά ως συνδέσεις ανάμεσα σε οντότητες. Τα δίκτυα υπολογιστών και τα κοινωνικά δίκτυα λειτουργούν βάση της απλής αρχής ότι οι άνθρωποι, οι ομάδες, τα συστήματα, οι κόμβοι και οι οντότητες μπορούν να συνδεθούν για να δημιουργήσουν μια σύνθετη οντότητα. Οι μεταβολές μέσα στο δίκτυο προκαλούν συνέπειες στην ολότητά του.

Ο Albert-László Barabási υποστηρίζει ότι «οι κόμβοι συνεχώς ανταγωνίζονται για συνδέσεις καθώς οι συνδέσεις αντιπροσωπεύουν την επιβίωση σε ένα διασυνδεδεμένο κόσμο». Αυτό ο ανταγωνισμός είναι ανίσχυρος σε ένα προσωπικό δίκτυο μάθησης, αλλά η τοποθέτηση μιας τιμής σε συγκεκριμένους κόμβους σε αντίθεση με άλλους είναι πραγματικότητα. Οι κόμβοι που αποκτούν επιτυχώς μεγαλύτερο προφίλ θα είναι και πιο πετυχημένοι στην απόκτηση επιπρόσθετων συνδέσεων. Στο μαθησιακό πεδίο, η πιθανότητα για μια έννοια μάθησης να αποκτήσει συνδέσεις εξαρτάται από το πόσο καλά είναι τώρα συνδεδεμένη. Οι κόμβοι (μπορεί να είναι τομείς, ιδέες, κοινότητες) που ειδικεύονται και αποκτούν αναγνώριση για την ειδίκευσή τους έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες, από τους άλλους, να αποκτήσουν συνδέσεις.

Οι αδύναμοι δεσμοί είναι συνδέσεις ή γέφυρες που επιτρέπουν σύντομες συνδέσεις ανάμεσα σε πληροφορία. Τα δικά μας μικρά δίκτυα αποτελούνται συνήθως από ανθρώπους των οποίων τα ενδιαφέροντα και η γνώση είναι παρόμοια με τη δική μας. Το να βρεις μια νέα δουλειά, συνήθως λαμβάνει χώρα μέσω αδύναμων δεσμών. Αυτή η αρχή έχει μεγάλη αξία στην εύρεση πολύτιμων στοιχείων, στην πρωτοπορία και στην δημιουργικότητα. Οι συνδέσεις ανάμεσα σε ανόμοιες ιδέες και πεδία μπορούν να δημιουργήσουν νέες καινοτομίες.

Το πληροφοριακό δίκτυο περιλαμβάνει:
  • Δεδομένα–ένα πρωτογενές στοιχείο ή ένα μικρής σημασίας ουδέτερο στοιχείο
  • Πληροφορία–δεδομένα στα οποία έχει εφαρμοστεί μορφή ευφυούς επεξεργασίας
  • Γνώση–πληροφορία σε συγκεκριμένο πλαίσιο, εσωτερικευμένη
  • Νόημα–η κατανόηση και αξιοποίηση των αποχρώσεων, της αξίας και των συνεπειών της γνώσης

Αναφορές: [1], [9]


Κονεκτιβισμός


Ο κονεκτιβισμός είναι η ολοκλήρωση των αρχών που εξερευνήθηκαν από τις θεωρίες του χάους, των δικτύων, της πολυπλοκότητας και της αυτό-οργάνωσης. Η μάθηση είναι μια διαδικασία που λαμβάνει χώρα μέσα σε νεφελώδη περιβάλλοντα από στοιχεία που αλλάζουν – όχι εντελώς κάτω από τον έλεγχο του ατόμου. Η μάθηση μπορεί να διαμένει έξω από τους εαυτούς μας (μέσα σε έναν οργανισμό ή σε μια βάση δεδομένων), επικεντρώνεται στην σύνδεση συνόλων πληροφορίας και οι συνδέσεις που μας καθιστούν ικανούς να μάθουμε περισσότερα είναι περισσότερο σημαντικές από την υπάρχουσα κατάσταση της γνώσης μας.

Ο κονεκτιβισμός κατευθύνεται από την κατανόηση ότι οι αποφάσεις βασίζονται σε ραγδαία μεταλλασσόμενες βάσεις. Νέα πληροφορία αποκτάται συνεχόμενα. Η ικανότητα να σχηματίζουμε διακρίσεις ανάμεσα σε σημαντικές και ασήμαντες πληροφορίες είναι βασική. Η ικανότητα να αναγνωρίζουμε πότε η νέα πληροφορία αλλάζει το τοπίο, το οποίο βασίζεται στις αποφάσεις που πήραμε την προηγούμενη μέρα, είναι επίσης βασική.

Οι αρχές του κονεκτιβισμού:
  • Η μάθηση και η γνώση βασίζονται στην ποικιλία απόψεων.
  • Η μάθηση είναι η διεργασία σύνδεσης πηγών πληροφορίας
  • Η μάθηση μπορεί να διαμένει σε μη ανθρώπινα στοιχεία
  • Η ικανότητα να ξέρεις είναι πιο σημαντική από αυτά που ήδη ξέρεις
  • Η δημιουργία και η συντήρηση συνδέσεων απαιτείται για την υποστήριξη συνεχής μάθησης
  • Η ικανότητα να δεις συνδέσεις – να αναγνωρίσεις πρότυπα – μεταξύ ιδεών και εννοιών είναι κρίσιμη για τη μάθηση
  • Η επικαιροποίηση της γνώσης είναι η πρόθεση κατάλληλα δημιουργημένων μαθησιακών δικτύων
  • Η λήψη αποφάσεων είναι από μόνη της μια διεργασία μάθησης. Μια σωστή απάντηση σήμερα μπορεί να είναι λάθος αύριο.

Η ροή πληροφορίας εντός ενός οργανισμού είναι ένα σημαντικό στοιχείο στην οργανωσιακή αποτελεσματικότητα. Σε μια οικονομία της γνώσης, η ροή της πληροφορίας είναι αντίστοιχη με την καμινάδα σε μια βιομηχανική οικονομία. Η δημιουργία, η διατήρηση και η εφαρμογή της ροής της πληροφορίας είναι βασικές οργανωσιακές δραστηριότητες. Η ροή γνώσης μπορεί να παρομοιαστεί με ένα ποτάμι το οποίο ελίσσεται ανάμεσα στην οικολογία ενός οργανισμού. Σε ορισμένες περιοχές, το ποτάμι είναι βαθύ ενώ σε άλλες ρηχαίνει. Η υγεία την μαθησιακής οικολογίας του οργανισμού εξαρτάται από την αποτελεσματική δημιουργία ροής πληροφορίας.

Η ανάλυση των κοινωνικών δικτύων είναι ένα επιπρόσθετο στοιχείο στην κατανόηση των μαθησιακών μοντέλων σε μια ψηφιακή εποχή. Ο Art Kleiner (2002) εξερευνεί την «κβαντική θεωρία της εμπιστοσύνης» της Karen Stephenson η οποία «εξηγεί όχι μόνο πώς θα αναγνωρίσουμε την συλλογική γνωστική δεξιότητα ενός οργανισμού αλλά και πώς θα την καλλιεργήσουμε και θα την αναπτύξουμε». Μέσα στα κοινωνικά δίκτυα, οι κόμβοι είναι καλά συνδεδεμένοι άνθρωποι οι οποίοι μπορούν να δημιουργήσουν και να συντηρήσουν ροή γνώσης. Η αλληλεξάρτηση οδηγεί σε αποτελεσματική ροή γνώσης, ενεργοποιώντας την προσωπική κατανόηση της έκφρασης των δραστηριοτήτων οργανωσιακά.

Το σημείο εκκίνησης του κονεκτιβισμού είναι το άτομο. Η προσωπική γνώση αποτελείται από ένα δίκτυο, το οποίο τροφοδοτεί οργανισμούς και ινστιτούτα, τα οποία με τη σειρά τους τροφοδοτούν το ίδιο το δίκτυο και έτσι συνεχίζουν να παρέχουν μάθηση στο άτομο. Αυτός ο κύκλος της δημιουργίας γνώσης (ανάμεσα στο άτομο, το δίκτυο και τον οργανισμό) επιτρέπει στους μαθητευόμενους να παραμένουν ενημερωμένοι πάνω στον τομέα τους μέσω των συνδέσεων που έχουν δημιουργήσει.

Ο John Seely Brown παρουσιάζει μια ενδιαφέρουσα αντίληψη πως το διαδίκτυο εξαγοράζει τις μικρές προσπάθειες των πολλών με τις μεγάλες προσπάθειες των λίγων. Η κεντρική πρόταση είναι ότι οι συνδέσεις που δημιουργήθηκαν με ασυνήθιστους κόμβους υποστηρίζουν και δυναμώνουν τις υπάρχουσες δραστηριότητες μεγάλης προσπάθειας. Ο Brown παρέχει το παράδειγμα με το Πανεπιστήμιο της Maricopa County Community το οποίο συνδέει γηραιότερους πολίτες με μαθητές λυκείου σε ένα πρόγραμμα καθοδήγησης και βοήθειας. Τα παιδιά «ακούν αυτούς τους «παππούδες» με μεγαλύτερη προσοχή από ότι ακούνε τους δικούς τους γονείς, η καθοδήγηση αυτή βοηθά πραγματικά τους δασκάλους… οι μικρές προσπάθειες των πολλών (γηραιότεροι) συμπληρώνουν τις μεγάλες προσπάθειες των λίγων (δάσκαλοι).» Αυτή η ενίσχυση της μάθησης, της γνώσης και της κατανόησης μέσα από την επέκταση ενός προσωπικού δικτύου είναι η επιτομή του κονεκτιβισμού.

Αναφορές: [2], [6], [9], [11]


Δημιουργία συνδέσεων


Οι συνδέσεις είναι βασικό στοιχείο στην μάθηση με την δημιουργία δικτύων. Ωστόσο καμία σύνδεση δεν έχει την ίδια βαρύτητα και την ίδια επιρροή σε ολόκληρο το δίκτυο. Οι συνδέσεις μπορούν να ενδυναμωθούν μέσα από μια σειρά από παράγοντες:

Κίνητρο – το κίνητρο είναι μια δύσκολη έννοια για να εξηγηθεί λεπτομερώς. Η δυσκολία προκύπτει από το γεγονός ότι το κίνητρο επηρεάζεται από τα αισθήματά μας και τη λογική μας. Ένα άτομο που έχει έναν ξεκάθαρο στόχο μπορεί να έχει σημαντικά μεγαλύτερο κίνητρο για να μάθει κάτι καινούργιο. Το μοντέλο ARCS του Keller (1987) εκφράζει την πρόκληση ως αιτία για τη δημιουργία κινήτρου. Πολλοί παράγοντες, όπως η προσήλωση, η σχετικότητα της πληροφορίας, η αίσθηση ικανότητας που έχουμε και η ικανοποίηση επηρεάζουν την πιθανότητα δημιουργίας συνδέσεων. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, η μάθηση είναι η διεργασία κωδικοποίησης κόμβων και δημιουργίας συνδέσεων. Το κίνητρο καθορίζει αν είμαστε δεκτικοί σε συγκεκριμένα θέματα όπως επίσης και την θέλησή μας να δημιουργήσουμε βαθύτερες συνδέσεις στο δίκτυο γνώσης μας.

Τα συναισθήματα και το πώς νιώθουμε παίζουν μεγάλο ρόλο στο πώς θα αξιολογήσουμε τους κόμβους και επιτρέπουν την παρουσία αλληλοσυγκρουόμενων προοπτικών. Σκεφτείτε σαν παράδειγμα το φαινόμενο του θερμοκηπίου. Υπάρχει γενική ομοφωνία ότι είμαστε τουλάχιστον μερικώς υπεύθυνοι για αυτό. Για πολλά άτομα, παρόλα αυτά, το μόνο που συνέβη ήταν κάποιες αλλαγές στον καθημερινό τρόπο ζωής τους. Πώς μπορούμε να δούμε αυτό το θέμα από την μεριά του κονεκτιβισμού (η της μάθησης μέσω δικτύων). Αρκετά απλά – οι συναισθηματικοί κόμβοι και οι κόμβοι των κινήτρων (το δίκτυο μας από μόνο του είναι ένας κόμβος σε ένα μεγαλύτερο δίκτυο. Η διαδικασία μειώνεται ανάλογα με το μέγεθος του δικτύου μας) αξιολογούν προοπτικές του φαινομένου του θερμοκηπίου σε σχέση με τον καθημερινό τρόπο ζωής. Μέχρι ο κόμβος «παγκόσμια υπερθέρμανση» να ξεκινήσει να επηρεάζει την ποιότητα ζωής του ατόμου, πολλοί μπορεί να συνεχίσουν να νιώθουν άνετοι με τον αντίστοιχο κόμβο και να κινούνται γύρω από αυτόν. Άλλοι μπορεί να είναι πιο ευαίσθητοι και να αποδίδουν μεγαλύτερη έμφαση στην έννοια, του φαινομένου του θερμοκηπίου, αφού έχει ολοκληρωθεί περισσότερο στο δίκτυό τους. Η επανασύνταξη και επαναδημιουργία ενός δικτύου στον πυρήνα του απαιτεί χρόνο. Τα συναισθήματα είναι οι κύριοι παράγοντες που αποδίδουν βαρύτητα στα στοιχεία του δικτύου.

Έκθεση - Η επανάληψη είναι ένας εξαιρετικός τρόπος για την ενδυνάμωση των συνδέσμων. Ένας κόμβος αυξάνει τη δημοφιλία του (σχετικότητα) όσο περισσότεροι σύνδεσμοι οδηγούν σε αυτόν. Οι ιδέες που συνδέονται ισχυρά με άλλες ιδέες ενοποιούνται γρήγορα μέσα σε ένα δίκτυο. Αυτός είναι ένας μεγάλος παράγοντας που αφορά την δυσκολία στην προσωπική αλλαγή. Η πρώτη αναλαμπή σκέψεων για αλλαγή (να κόψω το κάπνισμα, να αθλούμαι περισσότερο, να τρώω υγιεινά) οδηγεί σε έναν «κατεργάρη» κόμβο. Ο κόμβος υπάρχει αλλά έχει περιορισμένη έλξη μέσα σε ολόκληρο το δίκτυο. Καθώς ο κόμβος αρχίζει να σχηματίζει τις δικές του συνδέσεις με άλλους κόμβους (αίσθηση αυτοεκτίμησης, μεγαλύτερη παραγωγικότητα στην δουλειά, αίσθηση χαράς), αρχίζει να αποκτά έλξη και ξεκινά να συνδέεται με τους υπόλοιπους κόμβους σε μεγαλύτερο βαθμό. Το σημαντικό σημείο είναι όταν ο κόμβος έχει δημιουργήσει από μόνος του ένα αρκετά ισχυρό δίκτυο ώστε να αρχίσει να επηρεάζει την όλη διαδικασία σκέψης (νευρικό δίκτυο). Εφόσον δεν είναι πλέον ένας «κατεργάρης» κόμβος, συνεχίζει να προωθείται σαν κόμβος ο οποίος χρησιμοποιείται από το υπόλοιπο δίκτυο. Η καινοτομία εντός των εταιριών ακολουθεί ένα παρόμοιο μονοπάτι. Νέες ιδέες και διεργασίες αντιμετωπίζονται αρχικά ως απειλές από τον υπόλοιπο οργανισμό. Ως αποτέλεσμα αντιμετωπίζονται ως περιθωριακά στοιχεία και παραμένουν ασύνδετες. Παρόλα αυτά, αν η ιδέα συνεχίσει να σχηματίζει συνδέσεις μέσα στο δίκτυο και σχηματίσει το δικό της υποδίκτυο που επηρεάζει τη δομή του μεγαλύτερου δικτύου, τότε αποκτά την ικανότητα να επηρεάζει το μεγαλύτερο δίκτυο και ενσωματώνεται στη γνώση του οργανισμού.

Οι δημιουργία προτύπων είναι ένα από τα ποιο σημαντικά στοιχεία της μάθησης. Η προτυποποίηση είναι η διαδικασία αναγνώρισης της φύσης και της οργάνωσης διαφόρων τύπων πληροφορίας και γνώσης. Τα σχήματα που δημιουργούνται από αυτές τις δομές θα καθορίσουν πόσο άμεσα θα γίνουν νέες συνδέσεις. Για παράδειγμα, ένας εκπαιδευόμενος στον τομέα της ιατρικής (ο οποίος γνωρίζει την φύση του δικού του μαθησιακού δικτύου) μπορεί να αναγνωρίσει ομοιότητες στα πρότυπα που αφορούν τον τομέα του και τον τομέα της φιλοσοφίας. Η αναγνώριση αυτών των προτύπων μπορεί να οδηγήσει στην εκθετική αύξηση της γνώσης με τη σύνδεση των σχετικών δικτυακών κόμβων. Τα διπλότυπα μπορούν επίσης να μειωθούν. Αυτό το θέμα είναι αρκετά ενδιαφέρον σχετικά με το πώς η θεωρία δικτύων έγινε δημοφιλής στην σύγχρονη βιβλιογραφία. Οι κοινωνιολόγοι έχουν ξοδέψει δεκαετίες εξερευνώντας και εξηγώντας λεπτομερώς το φαινόμενο των δικτύων σε ένα κοινωνικό επίπεδο. Μερικά χρόνια πριν, οι φυσικοί είχαν αρχίσει να ερευνούν τα δίκτυα σε μεγαλύτερο βάθος. Η σημαντική ομοιότητα προτύπων μεταξύ αυτών των δύο πεδίων έρευνας έγινε γρήγορα αντιληπτή (κάποιοι βέβαια διαφώνησαν, πως φυσικοί σαν τον Barsabi (2002) έκαναν ευρέως γνωστές έννοιες των δικτύων οι οποίες ήταν αντίθετες με την δουλειά των κοινωνιολόγων). Συγκριτικά η συγχώνευση εμπειριών από διαφορετικούς τομείς παρέχει ουσιαστικά οφέλη στην διαδικασία της μάθησης. Πολλή περισσότερη γνώση θα παράγεται στο μέλλον όσο ξεχωριστοί τομείς αρχίζουν να συνδέονται μεταξύ τους.

Ο λογισμός αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο στην διαδικασία της μάθησης. Τα περισσότερα από αυτά που γνωρίζουμε (και έχουμε μάθει) είναι το μετα-προϊόν της σκέψης και της αυτό-ανάδρασης (η αυτό-ανάδραση είναι κάπως σαν τον λογισμό αλλά επιτρέπει μεγαλύτερη αλληλεπίδραση συναισθημάτων). Η διεργασία της σκέψης περιλαμβάνει την οργάνωση και την δόμηση των μαθησιακών μας δικτύων. Κατά την αυτό-ανάδραση παρέχεται χρόνος στους κόμβους να σχηματίσουν συνδέσεις χωρίς να υπάρχουν εξωτερικοί ερεθισμοί. Οι συνδέσεις μπορούν να γίνουν και χωρίς ενσυνείδητες σκέψεις αλλά η διαδικασία είναι σημαντικά βελτιωμένη όταν καθοδηγείται από εστιασμένη λογική. Ο λογισμός είναι μια εδραιωμένη διεργασία δημιουργίας κόμβων, αξιολόγησης και αναγνώρισης προτύπων ανάμεσα σε διαφορετικές έννοιες και στοιχεία δικτύου. Η γνωστική νευρολογία αναπτύσσει ραγδαία την κατανόησή μας για την λογική και την γνώση.

Η εμπειρία είναι επίσης μια σημαντική πτυχή στην δημιουργία δικτύων. Μεγάλο μέρος της μάθησής μας προέρχεται από ανεπίσημα μέσα. Η εμπειρία είναι καταλύτης τόσο για την απόκτηση νέων κόμβων όσο και για τη δημιουργία συνδέσμων μεταξύ υπαρχόντων. Οι φοιτητές που αποφοιτούν από το πανεπιστήμιο, συχνά έχουν του κόμβους γνώσης και πληροφορίας αλλά δεν έχουν σχηματιστεί πλήρως συνδέσεις μεταξύ τους μέχρι ο φοιτητής να γίνει ενεργός στον τομέα του. Η εμπειρία σε αυτή την περίπτωση παίζει το ρόλο του διευκολυντή στην δημιουργία συνδέσεων.

Μπορεί η μάθηση να επηρεάζει και να επηρεάζεται ταυτόχρονα στην διαδικασία δημιουργίας δικτύων; Αν η μάθηση είναι η δραστηριότητα που λαμβάνει χώρα ανάμεσα στην γνώση και την κατανόηση, είναι προφανές πως ένα υποκείμενο που δραστηριοποιείται επ’ αυτού είναι ένα στοιχείο που επηρεάζεται στην δημιουργία δικτύων. Η μάθηση δεν μπορεί να θεωρηθεί σαν μια αποκλειστικά μαθητική ή ενεργητική διαδικασία.

Αναφορές: [10]


Δημιουργία νοήματος


Το νόημα σε ένα δίκτυο δημιουργείται μέσα από τον σχηματισμό συνδέσεων και την κωδικοποίηση κόμβων. Η παρουσία ενός νέου κόμβου, παρόλα αυτά, δεν διασφαλίζει την μάθηση. Η προσθήκη ενός νέου κόμβου μέσα σε ένα δίκτυο δεν διασφαλίζει την μετάδοση γνώσης ή την μεταβίβαση νοήματος. Ο κόμβος πρέπει πρώτα να κωδικοποιηθεί και να συνδεθεί με άλλα στοιχεία του δικτύου.

Ενώ οι περισσότεροι επιστήμονες του τομέα του γνωστικισμού ακολουθούν μοντέλα μάθησης με δίκτυα, μια δύσκολη πρόκληση είναι να ερμηνευθεί η παρουσία αντιφάσεων. Το μαθησιακό σχήμα εκφράζει ότι το μεγαλύτερο μέρος της μάθησής μας είναι η διαδικασία δημιουργίας ιεραρχικών δομών γνώσης τις οποίες οργανώνουμε με βάση την εμπειρία και την έκθεση σε νέες ιδέες. Με σκοπό να αποφύγουμε γνωστικές παραφωνίες, οι νέες ιδέες εντάσσονται (συσχετιστικά ή παραγωγικά) εντός της υπάρχουσας δομής. Οι περισσότεροι άνθρωποι, παρόλα αυτά, έχουν σημαντικές αντιφάσεις στον συλλογισμό τους. Η παρουσία αντιφάσεων υποστηρίζει την ιδέα ότι οι «κατεργάρηδες κόμβοι» είναι μέρος του δικτύου μας. Όσο η γνωστική παραφωνία υπάρχει ακόμα, οι «κατεργάρηδες» κόμβοι θα παραμένουν παρόντες αν δεν αποκτήσουν σημαντικές συνδέσεις με το υπόλοιπο δίκτυο (π.χ. οι κόμβοι είναι μέρος του δικτύου, αλλά γενικά δεν είναι ενεργοί ή δεν είναι σημεία με σημαντική πληροφορία).

Το νόημα δεν αξιολογείται σε ένα μόνο επίπεδο. Είναι ένα παραπροϊόν μιας σύνθετης διαδικασίας αξιολόγησης και αναστοχαστικότητας. Η διαδικασία είναι επαναληπτική και μπερδεμένη. Η καταλληλότερη δημιουργία νοήματος ακολουθεί γενικά χαρακτηριστικά των συστημάτων: ανοιχτό, προσαρμοστικό, αυτό-οργανωτικό και διορθωτικό.

Η Λανθάνουσα Εννοιολογική Ανάλυση παρέχει μια ενδιαφέρουσα παρατήρηση για το πώς η μάθηση μπορεί κάποιες φορές να συμβαίνει πέρα από την έννοια που περιέχεται μέσα σε ένα συγκεκριμένο στοιχείο. Αυτό το φαινόμενο μπορεί να εξηγηθεί από την διαδικασία την συμπερίληψης ενός νέου κόμβου μέσα σε μια υπάρχουσα δομή δικτύου. Ο νέος κόμβος ξαφνικά παρέχει ροή συνδέσεων και γνώσης μέσα στο δίκτυο. Ως ένα συνδετικό στοιχείο, ο κόμβος λειτουργεί σαν κεντρικό σημείο μέσα από το οποίο δρομολογείται η νέα πληροφορία, ή αντί για αυτό μπορεί απλά να επιτρέπει συνδέσεις ανάμεσα σε ιδέες και έννοιες οι οποίες δεν είχαν προηγουμένως συνδέσεις μεταξύ τους.

Ο Siemens (2004) παρουσιάζει το θέμα της Λανθάνουσας Εννοιολογικής Ανάλυσης υπό το φώς της θεωρίας μάθησης με δίκτυα:

«Οι Landauer και Dumais (1997) ερεύνησαν το φαινόμενο όπου «οι άνθρωποι έχουν πολύ περισσότερη γνώση από αυτή που υπάρχει στην πληροφορία με την οποία είχαν έρθει σε επαφή». Παρέχουν μια κονεκτιβιστική ματιά δηλώνοντας «την απλή ιδέα ότι μερικοί τομείς γνώσης περιέχουν τεράστιους αριθμούς από αδύναμες αλληλοσυσχετίσεις οι οποίες αν αξιοποιούνταν κατάλληλα θα μπορούσαν να ενισχύσουν σημαντικά την μάθηση μέσα από μια διαδικασία εξαγωγής συμπερασμάτων». Η αξία της αναγνώρισης προτύπων και της σύνδεσης των δικών μας «μικρών κόσμων γνώσης» είναι φαινομενικά στον εκθετικό αντίκτυπο που παρέχεται στην προσωπική μας μάθηση.»

Όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, τα δεδομένα, η πληροφορία, η γνώση και το νόημα είναι τα κύρια στοιχεία του μαθησιακού κύκλου. Η μάθηση λαμβάνει χώρα στα πεδία της γνώσης και του νοήματος. Η μάθηση θεωρείται ως μια αποκλειστικά γνωστική δραστηριότητα. Η γνώση και τα συναισθήματα εμπλέκονται στο σημείο όπου το ένα τροφοδοτεί το άλλο σε μια συνεχόμενη δημιουργία απόκρισης και αντίδρασης. Σε αυτό το σημείο δημιουργείται και το νόημα.

Η μάθηση δεν είναι η διαδικασία κατανάλωσης περιεχομένου όπως αντιλαμβάνεται το επίσημο εκπαιδευτικό σύστημα. Ένα απλό εμπειρικό παράδειγμα του πως προσεγγίζουμε και διαβάζουμε ένα βιβλίο παρουσιάζει αυτή την σκέψη. Αν το θέμα είναι σε μια περιοχή που συνδέεται κατάλληλα με τις ήδη υπάρχουσες αντιλήψεις μας, το υλικό τότε αφομοιώνεται και ολοκληρώνεται άμεσα. Αν το περιεχόμενο έρχεται σε αντίθεση με την όλη δομή του μαθησιακού μας δικτύου, τότε το υλικό αφομοιώνεται (π.χ. μετατρέπεται σε κόμβους μέσα στο μαθησιακό μας δίκτυο) πολύ πιο αργά.

Πώς η νέα πληροφορία κωδικοποιείται σε κόμβους; Πολύ σπάνια η πληροφορία συλλαμβάνεται απευθείας ή καταγράφεται επακριβώς από την αρχική πηγή (με την εξαίρεση των χωρίων και των ποιημάτων τα οποία τείνουν να αντιγράφουν τους εαυτούς τους επακριβώς). Αντίθετα, η νέα πληροφορία κωδικοποιείται σαν ασαφής αναπαραστάσεις (ανάλογα με το δίκτυο στο οποίο ενσωματώνονται). Ο δικός μας τρόπος κωδικοποίησης ενός νέου κόμβου μέσα στο ήδη υπάρχον δίκτυο μας είναι τουλάχιστον εν μέρει προσωπικός και εμπειρικός. η απόκτηση νέα γνώσης δεν είναι μια διαδικασία απευθείας μεταβίβασης. Αντίθετα, η διαδικασία συμβολίζεται καλύτερα σαν μια διαδικασία προσπάθειας για μεταφορά την αρχικής ιδέας μέσα στο αρχικό πλαίσιο (το πλαίσιο σε αυτή την περίπτωση περιλαμβάνει το πλαίσιο του δημιουργού της ιδέας, όπως επίσης το πλαίσιο του εκπαιδευόμενου την ώρα που αντιμετωπίζει τη νέα γνώση).

Το νόημα μεταφέρεται μέσα από μια αποδοτική αλλά μπερδεμένη διαδικασία η οποία ενσωματώνει το περιεχόμενο, το πλαίσιο του εκπαιδευόμενου και του δημιουργού πληροφορίας, καθώς επίσης τις αντιλήψεις και τα συναισθήματα του εκπαιδευόμενου κατά την διάρκεια απόκτησης γνώσης. Δεν μαθαίνουμε από βιβλία (ή από οποιαδήποτε άλλη πηγή πληροφορίας) με τον τρόπο που υποστήριξαν πολλοί ψυχολόγοι μέσα από τις θεωρίες του γνωστικισμού και του εποικοδομητισμού. Η μάθηση είναι μια διαδικασία «ανοίγματος μιας πόρτας» η οποία αρχικά επιτρέπει την απόκτηση γνώσης και στη συνέχεια κωδικοποιεί αυτή τη γνώση σαν έναν κόμβο μέσα στο προσωπικό μας δίκτυο μάθησης. Ίδιας σημασίας είναι και το πώς τα συναισθήματά μας και οι αντιλήψεις μας επηρεάζουν την ολοκλήρωση του νέου κόμβου με τους άλλους μέσα στο δίκτυο. Ένας νέος κόμβος που συνδέεται σωστά με του υπόλοιπους κόμβους, είναι άμεσα ολοκληρώσιμος. Ένας αντιφατικός κόμβος μπορεί σίγουρα να υπάρχει αλλά απαιτεί μεγαλύτερη χρονική περίοδο για να εγκαθιδρύσει μια ροή πληροφορίας με τους άλλους κόμβους και δίκτυα.

Αναφορές: [7], [9], [10]


Χαρακτηριστικά των δικτύων μάθησης


Πολλά χαρακτηριστικά των δικτύων από την κοινωνιολογία και την φυσική μεταφέρονται εύκολα στην μάθηση με δίκτυα.

Το «φαινόμενο του μικρού κόσμου» βασίζεται στην έρευνα που πραγματοποιήθηκε από τον Stanley Milgram, ο οποίος ανακάλυψε ότι οι περισσότεροι κόμβοι μέσα σε ένα δίκτυο συνδέονται μεταξύ τους με ένα αρκετά μικρό μονοπάτι. Η ροή πληροφορίας από έναν τομέα ενός καλά ανεπτυγμένου δικτύου σε έναν άλλο απαιτεί γενικά μικρό αριθμό «βημάτων». Ένα μαθησιακό δίκτυο έχει παρόμοια μικρά μονοπάτια ανάμεσα στα στοιχεία πληροφορίας.

Οι «αδύναμοι δεσμοί» είναι συνδέσεις ή γέφυρες που επιτρέπουν λίγες συνδέσεις ανάμεσα στην πληροφορία. Η έννοια των αδύναμων δεσμών εκφράζει την κατανόηση ότι η περισσότερη από την πληροφορία μας πηγάζει από αδύναμες συνδέσεις με δίκτυα διαφορετικά από το δικό μας. Το δικό μας προσωπικό δίκτυο αποτελείται από κόμβους οι οποίοι ολοκληρώνονται με εμάς. Για να πραγματοποιηθεί ουσιαστική καινοτομία, συνήθως αρκούμαστε σε αδύναμες/χαλαρές συνδέσεις με άλλα λιγότερο οικεία δίκτυα. Αυτές οι συνδέσεις παρέχουν μια όψη της κατάστασης και των τρόπων έκφρασης της σκέψης η οποία διαφέρει σημαντικά από τους δικούς μας.

Τα «δίκτυα χωρίς ιεραρχία» περιγράφονται λεπτομερώς από τους Ravid και Rafaeli (2004):

«Στα δίκτυα χωρίς ιεραρχία η διανομή των διαφορετικών δικτυακών παραμέτρων δρα με έναν εκθετικό τρόπο. Η περισσότερο ενδιαφέρουσα και η περισσότερο μετρημένη εκθετικά παράμετρος είναι η διανομή των συνδέσεων του κάθε κόμβου εξωτερικά. Αυτή η άνιση διανομή σημαίνει ότι σε αυτά τα δίκτυα κάποια από τα μέλη συνδέονται σε μικρό βαθμό ενώ κάποια άλλα συνδέονται σε μεγαλύτερο βαθμό, το οποίο εκφράζει το πως κρατάνε μια ανώτερη θέση μέσα στο δίκτυο (Goh, et al., 2002). Τα δίκτυα αυτού του τύπου είναι σχετικά ευπροσάρμοστα, αλλά δεν είναι τελείως απρόσβλητα από «επιθέσεις». Με άλλα λόγια, μια τυχαία αφαίρεση κάποιων μελών του δικτύου δεν θα επηρεάσει την σταθερότητά του, αλλά μια αφαίρεση σημείων κλειδιών του δικτύου (κόμβων) θα οδηγήσει το δίκτυο σε άμεση κατάρρευση. Στα δίκτυα χωρίς ιεραρχία, η κατανομή της πυκνότητας ή της συμφόρησης είναι διαρκής και δεν εξαρτάται από τον εκθετικό συντελεστή της διανομής του αριθμού των συνδέσεων (Jeong, 2003)».

Η «κεντρικότητα» σχετίζεται με την δομική θέση ενός κόμβου μέσα σε ένα δίκτυο. Η κεντρικότητα περιγράφει την διάκριση ενός κόμβου και την φύση της σχέσης του με το υπόλοιπο δίκτυο. Στην συνέχεια παρουσιάζεται μια μικρή περιγραφή του πως η κεντρικότητα ενός κόμβου επηρεάζεται από παράγοντες όπως:

  • Βαθμός – Προσδιορίζει τον κεντρικό κόμβο αναγνωρίζοντας το στοιχείο με τις πιο άμεσες συνδέσεις με άλλα στοιχεία μέσα στο δίκτυο. Αυτό βρίσκει το στοιχείο με την μεγαλύτερη επιρροή μέσα στο δίκτυο.
  • Εγγύτητα – Προσδιορίζει τον κεντρικό κόμβο σαν ένα στοιχείο με τον χαμηλότερο αριθμό συνδέσεων με όλα τα άλλα στοιχεία μέσα στο δίκτυο. Αυτό βρίσκει το στοιχείο με την πιο γρήγορη πρόσβαση στον μεγαλύτερο αριθμό από άλλα στοιχεία μέσα στο δίκτυο.
  • Ενδιαμεσότητα – Προσδιορίζει τον κεντρικό κόμβο ανάμεσα στα υπόλοιπα περισσότερο συνδεδεμένα στοιχεία. Αυτή η μέτρηση βρίσκει στοιχεία που ελέγχουν την ροή πληροφορία μέσα στο δίκτυο, τα οποία κάποιες φορές αναφέρονται ως «θυροφύλακες».

Για να γίνουν τα δίκτυα αποτελεσματικά, απαιτείται κάποιος τύπος ελέγχου και γενικού προσδιορισμού ποιότητας. Σε ένα μαθησιακό πλαίσιο, τα συναισθήματά μας και η λογική παίζουν το ρόλο του «θυροφύλακα». Προσδιορίζουν ποιοι κόμβοι είναι κεντρικοί και ποιοι κόμβοι εκτίθενται σε ποιες συνδέσεις. Τα συναισθήματα και η γνώση μας, παρόλα αυτά, δεν δουλεύουν πάντα με αρμονία. Σκεφτείτε την περίπτωση ενός ατόμου που φοβάται να πετάξει με αεροπλάνο. Γνωστικά, αυτός ο φόβος είναι κατά κόρον αβάσιμος (η πτήση με αεροπλάνο είναι ένας από του πιο ασφαλής τρόπους μεταφοράς). Όμως συναισθηματικά, ο κόμβος από μόνος του έγινε κεντρικός και σχημάτισε συνδέσεις.

«Έλεγχος και ροή γνώσης»
Η ροή γνώσης και πληροφορίας γίνεται μέσα από διάφορους κόμβους με έναν τρόπο που είναι βασισμένος στο υπάρχον δίκτυο (μια έννοια που αναφέρεται συνήθως ως προοπτική). Δύο εκπαιδευόμενοι μπορεί να λαμβάνουν την ίδια πληροφορία αλλά να κωδικοποιούν έναν νέο κόμβο στο δίκτυό τους με διαφορετικό τρόπο. Αυτό που είναι σημαντικό για τον έναν εκπαιδευόμενο, μπορεί να είναι παράλογο στο δίκτυο του άλλου.

Πώς λοιπόν ρέει η γνώση μέσα από ένα δίκτυο; Ποιοι παράγοντες επηρεάζουν την διαδικασία; Αν αποδώσουμε στοιχεία της καθημερινότητας στα μαθησιακά μας δίκτυα, τότε μπορούμε εν μέρει να απαντήσουμε σε αυτές τις ερωτήσεις. Κάθε ζωντανός οργανισμός επιζητά δύο βασικές λειτουργίες: την αντιγραφή και την διαφύλαξη. Οι κόμβοι μέσα στο δίκτυό μας ακολουθούν παρόμοιες επιδιώξεις. Οι καθιερωμένες ιδέες και η μάθηση συχνά επιβεβαιώνουν ότι η νέα πληροφορία κυκλοφορεί μέσα στο υπάρχον δίκτυο. Η νέα πληροφορία αξιολογείται και κωδικοποιείται με βάση την υπάρχουσα νοοτροπία του μαθησιακού δικτύου. Μια σύντομη επεξήγηση: αν κάποιος πιστεύει ότι δεν πρέπει να εμπιστευόμαστε τους ανθρώπους, τότε οι δράσεις του θα κυμαίνονται γύρω από αυτό το σκεπτικό (π.χ. δρομολογείται μέσα από το νευρικό μας σύστημα και κωδικοποιείται με βάση αυτή την οπτική). Το νόημα συνδέεται σαν κάτι επιπλέον με την πηγή γνώσης, εξασφαλίζοντας ότι το υπάρχον δίκτυο αντιγράφει πιστά τον εαυτό του. Αν ολόκληρο το δίκτυο επανακαθοριστεί βάση μιας καινούργιας νοοτροπίας, η γνώση από μόνη της μένει αλλά το νόημα επανακαθορίζεται και αυτό.

Με ένα παρόμοιο σκεπτικό, όταν η γνώση εισάγεται σε ένα μαθησιακό δίκτυο το οποίο είναι αντιφατικό με την καθιερωμένη δομή, τότε το υπάρχον δίκτυο σε μια προσπάθεια να διαφυλαχθεί, επιχειρεί να μετακινήσει ή να θέσει τον νέο κόμβο στο περιθώριο (εξασφαλίζοντας ότι δημιουργήθηκαν περιορισμένες συνδέσεις και ως αποτέλεσμα ο νέος κόμβος δεν έχει σημαντική θέση στο δίκτυο). Αν ο κόμβος αποκτήσει μια σημαντική θέση, τότε νέα γνώση δρομολογείται μέσα από τον κόμβο, επιτρέποντας τον κόμβο να αντιγράψει τον εαυτό του (π.χ. να μετατρέψει το νόημα σε γνώση).

Οι αναστολείς της ροής είναι εσωτερικά στοιχεία του δικτύου τα οποία μειώνουν την πιθανότητα της ροής πληροφορίας και γνώσης. Συνήθως αυτό περιλαμβάνει στοιχεία όπως προκαταλήψεις, προδικασμένες αντιλήψεις ή έλλειψη ευελιξίας. Οι θεμιτοί αναστολείς της ροής μπορεί να είναι η γνώση και τα συναισθήματά μας. Κάποιοι τύποι πληροφορίας πρέπει να εμποδίζονται εξαιτίας μικρής συνεκτικότητας με το υπάρχον δίκτυο, ή επειδή είναι λανθασμένοι. Οι εξωτερικοί αναστολείς επηρεάζουν επίσης την ροή της πληροφορίας ανάμεσα στους εκπαιδευόμενους. Ο φυσικός σχεδιασμός ενός χώρου, η γραφειοκρατία ή η γνώση που διαμοιράζεται από την κουλτούρα ενός περιβάλλοντος επηρεάζουν και προσδιορίζουν πόσο καλά ρέει η πληροφορία μεταξύ των δικτύων.

Οι επιταχυντές ροής είναι στοιχεία και καταστάσεις που σχετίζονται με το δίκτυο και οι οποίες επιτρέπουν τον άμεσο σχηματισμό και την διανομή της πληροφορίας. Η δεκτικότητα και το κίνητρο είναι δύο βασικοί επιταχυντές. Εξωτερικά χαρακτηριστικά της τοπολογίας ενός δικτύου επηρεάζουν και αυτά από την μεριά τους πόσο καλά ρέει η πληροφορία. Μια κουλτούρα διαφάνειας, μια αναγνωρισμένη αξία συνεργασίας και εργαλεία αλλά και χρόνος που αφιερώνονται για την συνεργασία, συμβάλουν όλα στην επιτάχυνση του σχηματισμού του δικτύου.

Αναφορές: [10]


Χρήσεις των δικτύων μάθησης


Τα δίκτυα δημιουργούνται ασταμάτητα. Ως μια δυναμική διαδικασία, τα δίκτυα μπορούν να συναθροιστούν σε μεγαλύτερες δομές (ένα δίκτυο δικτύων). Tα δίκτυα επίσης μπορούν να υποδομηθούν σε μικρότερα δίκτυα. Για παράδειγμα, ο καθένας μας έχει ένα είδος προσωπικού δικτύου μάθησης. Όταν ένα άτομο δουλεύει για έναν οργανισμό, τότε μεταφέρει το δίκτυό του σε αυτόν συγχωνεύοντάς το με το μεγαλύτερο δίκτυο του οργανισμού. Στην καθημερινότητά μας κινούμαστε μεταξύ πολλών δικτύων. Συνεχώς ασκούμε και ασκούμαστε.

Αναγνωρίζοντας πως συνεχώς κινούμαστε εντός και εκτός δικτύων μας παρέχεται ένα σημείο εκκίνησης για να αναθεωρήσουμε την εκπαίδευση. Αντί να βλέπουμε την τεχνητή κατασκευή ενός προγράμματος ή ενός μαθήματος σαν σημείο μάθησης, μπορούμε να δούμε την διαδικασία να «ζούμε τη ζωή» σαν μια συνεχή διαδικασία μάθησης. Όσο αποκτούμε νέους κόμβους, δημιουργούμε νέες συνδέσεις και εντασσόμαστε σε μεγαλύτερα δίκτυα, τόσο μαθαίνουμε και αλληλεπιδρούμε δυναμικά με τον κόσμο γύρω μας.

Αναφορές: [10]


Διορθώσεις μέσα στα δίκτυα


Δεν συνεχίζουν όλοι οι κόμβοι ενός δικτύου να παραμένουν σχετικοί. Ως ένα έξυπνο δίκτυο, οι σκέψεις μας συνεχώς αναδιοργανώνονται και προσαρμόζονται για να συμβαδίζουν με νέα περιβάλλοντα και πληροφορίες. Οι επιχειρήσεις ακολουθούν μια παρόμοια διαδικασία. Οι κόμβοι οι οποίοι δεν υπολογίζονται πλέον, αποδυναμώνονται μέσα στο περιβάλλον.

Η αποδυνάμωση μπορεί να γίνει με πολλούς τρόπους, αλλά ο πιο προφανής είναι η απώλεια συνδέσεων μέσα στο δίκτυο. Για παράδειγμα, αν πιστεύει κάποιος στο τέρας του Λοχ Νες, τότε αυτή η πεποίθησή του μπορεί να υπάρχει σαν ένας απρόσκοπτος κόμβος επειδή δεν επηρεάζει γενικά τις καθημερινές δραστηριότητές του. Έτσι ως αποτέλεσμα, ο κόμβος αγνοείται (πληροφορία και ιδέες δεν δρομολογούνται εντός αυτού του κόμβου). Καθώς το άτομο συναντά νέες πηγές πληροφορίας σχετικά με το τέρας του Λοχ Νες, μπορεί τελικά να αποδυναμώσει τον κόμβο σε τέτοιο βαθμό που θα χάσει την σχετικότητα του μέσα στο νευρικό σύστημα του ατόμου. Με το ίδιο σκεπτικό, ένας εκπαιδευόμενος ο οποίος συνεχώς συναντά νέα πληροφορία και γνώση, θα ανανεώσει και θα επαναπροσδιορίσει δυναμικά το δίκτυο μάθησής του και τις πεποιθήσεις του. Αν από την άλλη, ο κόμβος από μόνος του είναι σημαντικός (είναι δηλαδή κεντρικός ή έχει πολλές συνδέσεις), η αποδυνάμωση θα γίνει μόνο μετά από μεγάλο χρονικό διάστημα, ή μέσα από μεγάλες αλλαγές εντός του δικτύου, θεωρώντας πως οι συναισθηματικοί κόμβοι οι οποίοι δρομολογούν πληροφορία βασική για τις πεποιθήσεις επιτρέπουν την ροή νέων ιδεών, αντί να χρησιμοποιείται απλά νέα πληροφορία μέσα από την προοπτική των υπαρχόντων πεποιθήσεων.

Τα μαθησιακά δίκτυα είναι αυτό-οργανώσιμα. Ένας σχεδιαστής ή ένας εκπαιδευτικός μπορεί να επηρεάσει την δημιουργία νέων κόμβων, αλλά η δεκτικότητα (και η φύση του υπάρχοντος μαθησιακού δικτύου εντός του εκπαιδευόμενου) θα προσδιορίσει κατά πόσο αποτελεσματικά ολοκληρώνεται η νέα πληροφορία.

Τα δίκτυα είναι προσαρμοστικά. Συνεχώς προσαρμόζονται και μετατρέπονται ως αντίδραση προς τον κόσμο γύρω. Οι κόμβοι μέσα σε ένα δίκτυο συνεχώς αυτό-ανανεώνονται αυξάνοντας τα οφέλη στην όλη δομή του δικτύου. Κατά μια έννοια, μπορούμε να δούμε το φαινόμενο από το πεδίο της ανάπτυξης της ανθρώπινης γνώσης την τελευταία πεντηκονταετία. Οι εκπληκτικές εξελίξεις της επιστήμης και της κοινωνίας μπορούν να αποδοθούν στην αυξημένη ικανότητα των ανθρώπων και των οργανισμών να συνδέονται μεταξύ τους.

Αναφορές: [10]


Συνέπειες για την ανώτατη εκπαίδευση και την εκπαίδευση στις επιχειρήσεις


Η κονεκτιβιστική άποψη ότι η μάθηση είναι μια διαδικασία δημιουργίας δικτύων επηρεάζει σημαντικά το πώς σχεδιάζουμε και υλοποιούμε μαθησιακές δραστηριότητες μέσα σε οργανισμούς και εκπαιδευτικά ινστιτούτα. Όταν η δράση της μάθησης θεωρείται σαν μια λειτουργία κάτω από τον έλεγχο του εκπαιδευόμενου, οι σχεδιαστές χρειάζεται να επικεντρωθούν στην δημιουργία της κατάλληλης οικολογίας που θα επιτρέπει την μάθηση να λάβει χώρα. Αναγνωρίζοντας την μάθηση ως μια μπερδεμένη, θολή, ανεπίσημη και χαοτική διαδικασία πρέπει να αναθεωρήσουμε το πώς σχεδιάζουμε την εκπαίδευση.

Η εκπαίδευση επί του παρόντος γίνεται σε μαθήματα και άλλες τεχνητές κατασκευές οργάνωσης και παρουσίασης της πληροφορίας. Αφήνοντας αυτή την θεωρία πίσω, και πηγαίνοντας προς ένα δικτυακό μοντέλο απαιτείται να δώσουμε λιγότερη έμφαση στην παρουσίαση της πληροφορίας και να επικεντρωθούμε στην ανάπτυξη της δεξιότητας των εκπαιδευόμενων να κατευθύνουν την πληροφορία (π.χ. κονεκτιβισμός).

Τα blogs, τα wikis και άλλες ανοιχτές συνεργατικές πλατφόρμες επαναπροσδιορίζουν την μάθηση ως μια διαδικασία με δυο δρόμους. Αντί να παρουσιάζεται η πληροφορία/περιεχόμενο/γνώση με έναν γραμμικό τρόπο, οι εκπαιδευόμενοι μπορούν να εξοπλιστούν με ένα μεγάλο σύνολο από εργαλεία και πηγές πληροφορίας έτσι ώστε να τα χρησιμοποιήσουν στην δημιουργία των δικών τους μαθησιακών μονοπατιών. Ο εκπαιδευτικός μπορεί ακόμα να εξασφαλίσει ότι οι βασικοί εκπαιδευτικοί στόχοι επιτυγχάνονται με το να επικεντρώνετε στην δημιουργία της γνωστικής οικολογίας. Οι συνδέσεις μεταξύ κόμβων και δικτύων γίνεται από τους ίδιους τους εκπαιδευόμενους.

Αναφορές: [10]


Συμπεράσματα


Αυτοί που επιδιώκουν να δημιουργήσουν μια ικανοποιητική και αποτελεσματική θεωρία μάθησης πρέπει να παραδεχθούν ότι η διαδικασία μοιάζει σαν να περπατάς στο σκοτάδι. Όταν προσπαθείς να ξεφύγεις από καθιερωμένες προσεγγίσεις, ακολουθεί πάντα μια περίοδος σύγχυσης και αποπροσανατολισμού. Μέσα από την τεχνολογική και κοινωνική εξέλιξη οδηγούμαστε και εμείς από έναν επίσημο και αυστηρό τρόπο μάθησης σε ένα ανεπίσημο, βασισμένο σε συνδέσεις περιβάλλον μάθησης που κυριαρχεί η δημιουργία δικτύων.

Ο κονεκτιβισμός δεν είναι μια θεωρία μάθησης η οποία επιδεικνύει έναν νέο τρόπο για να προσλαμβάνουμε πληροφορία αλλά εισάγει μια νέα θεώρηση για το πώς μαθαίνουμε και το πώς διαχειριζόμαστε και οργανώνουμε την γνώση μας. Στον κονεκτιβισμό, η γνώση αντιμετωπίζεται ως κάτι που συνεχίζει να αναπτύσσεται. Η γνώση είναι μια διεργασία σχηματισμού δικτύων. Οι μαθητευόμενοι αντιμετωπίζονται ως μεταφορείς γνώσης παρά ως αποθήκες γνώσης. Η εμπειρία εδώ και πολύ καιρό θεωρείται ο καλύτερος δάσκαλος της γνώσης. Αλλά από τη στιγμή που δεν μπορούμε να βιώσουμε τα πάντα, οι εμπειρίες των άλλων ατόμων, και συνεπώς τα άλλα άτομα, γίνονται υποκατάστατα γνώσης.

Το αν θα υιοθετηθεί ο κονεκτιβισμός από τα εκπαιδευτικά συστήματα δεν μπορεί να το γνωρίζει κανείς. Πρέπει όμως να σκεφτούμε αν υπάρχει θέμα υιοθέτησης ή αν η εγγενής δομή της κοινωνίας μέσα από την συνεχή εξέλιξη που υφίσταται οδηγήσει ακούσια στην καθιέρωση του κονεκτιβισμού ως τον μοναδικό τρόπο απόκτησης και διαχείρισης γνώσης. Οι Web 2.0 τεχνολογίες μας δίνουν κάθε δυνατότητα για τον σχηματισμό μαθησιακών δικτύων. Το πώς θα εκμεταλλευτούμε εμείς σαν άτομα αλλά και συλλογικά σαν εκπαιδευόμενοι αυτές τις δυνατότητες επαφίεται στην προσωπική βούληση του καθενός. Το να μαθαίνουμε σύμφωνα με αυτά που προτείνει ο κονεκτιβισμός δεν σημαίνει να ακολουθούμε πιστά διδακτικές μεθόδους. Η μάθηση είναι η δημιουργία κόμβων και συνδέσεων μεταξύ αυτών αλλά και μεταξύ δικτύων, οπότε δεν υπάρχουν πλέον χωρικοί και χρονικοί περιορισμοί για αυτήν.

Αναφορές


[1] Barabási, A. L., (2002) Linked: The New Science of Networks, Cambridge, MA, Perseus Publishing.

[2] Brown, J. S., (2002). Growing Up Digital: How the Web Changes Work, Education, and the Ways People Learn. United States Distance Learning Association. Retrieved on December 10, 2004, from http://www.usdla.org/html/journal/FEB02_Issue/article01.html

[3] Driscoll, M. (2000). Psychology of Learning for Instruction. Needham Heights, MA, Allyn & Bacon.

[4] Gleick, J., (1987). Chaos: The Making of a New Science. New York, NY, Penguin Books.

[5] Gonzalez, C., (2004). The Role of Blended Learning in the World of Technology. Retrieved December 10, 2004 from http://www.unt.edu/benchmarks/archives/2004/september04/eis.htm

[6] Kleiner, A. (2002). Karen Stephenson’s Quantum Theory of Trust. Retrieved December 10, 2004 from http://www.netform.com/html/s+b%20article.pdf

[7] Landauer, T. K., Dumais, S. T. (1997). A Solution to Plato’s Problem: The Latent Semantic Analysis Theory of Acquisition, Induction and Representation of Knowledge. Retrieved December 10, 2004 from http://lsa.colorado.edu/papers/plato/plato.annote.html

[8] Rocha, L. M. (1998). Selected Self-Organization and the Semiotics of Evolutionary Systems. Retrieved December 10, 2004 from http://informatics.indiana.edu/rocha/ises.html

[9] Siemens, G., (2004). Connectivism: A Learning Theory for the Digital Age. Retrieved January 15, 2010 from http://www.elearnspace.org/Articles/connectivism.htm

[10] Siemens, G., (2005). Connectivism: Learning as Network-Creation. Retrieved January 15, 2010 from http://www.elearnspace.org/Articles/networks.htm

[11] Stephenson, K., (Internal Communication, no. 36) What Knowledge Tears Apart, Networks Make Whole. Retrieved December 10, 2004 from http://www.netform.com/html/icf.pdf

[12] Wiley, D. A and Edwards, E. K. (2002). Online self-organizing social systems: The decentralized future of online learning. Retrieved December 10, 2004 from http://wiley.ed.usu.edu/docs/ososs.pdf