At the end of the last century, knowledge began to become the most valuable currency, like land in a feudal economy or capital in an industrial economy. The new science of learning should tell us that knowledge is not just a prize to be won in some desperate testtaking
struggle for places in the contemporary mandarinate. Instead it is, literally and not just rhetorically, our universal human birthright.
J. Brockman1



3.1. Άτυπη μάθηση και η ενδυνάμωσή της από το Web 2.0
3.2. Μικρομάθηση
3.3. Κονεκτιβισμός
3.3.1.. Κόμβοι
3.3.2. Συνδέσεις
3.3.3. Ο ρόλος του εκπαιδευτικού στο κονεκτιβισμό
3.3.4. Η τεχνολογία στην υπηρεσία της μάθησης
3.3.5. Η σχέση της θεωρίας του Κονεκτιβισμού με άλλες προσεγγίσεις μάθησης
3.3.6. Κονεκτιβισμός και web 2.0
3.3. Βιβλιογραφία




περιεχόμενα



3.1.1. Άτυπη μάθηση και η ενδυνάμωση της από το Web 2.0



Εκτός από την τυπική μάθηση (formal learning) που είναι η μάθηση που συμβαίνει στα εκπαιδευτικά ιδρύματα όπου υπάρχουν θεσμικά ορισμένοι εκπαιδευτές και καθορισμένα προγράμματα σπουδών υπάρχει σαφώς και η άτυπη μάθηση. Το να μαθαίνουμε άτυπα ξεκινά πολύ νωρίς καθώς τα βρέφη αρχίζουν να μαθαίνουν με αυτό τον τρόπο από τη γέννησή τους και μετά κυρίως μέσω της αλληλεπίδρασης με τη μητέρα αλλά και με το περιβάλλον τους. Η άτυπη μάθηση (informal learning) είναι μια πολύ φυσική πρακτική γιατί είναι βαθιά ριζωμένη στην καθημερινή μας συμπεριφορά. Προκύπτει από τις καθημερινές κοινωνικές δραστηριότητες που συνδέονται με την εκπαίδευση, την εργασία, την οικογένεια, τις online κοινότητες, την κοινωνικοποίηση με τους άλλους ή μέσα από τις δραστηριότητες αναψυχής και τα χόμπι. Συχνά αναφέρεται και ως βιωματική μάθηση και μπορεί σε κάποιο βαθμό να θεωρηθεί ως μάθηση με τυχαίο τρόπο. Η άτυπη μάθηση λαμβάνει χώρα εκτός των προγραμμάτων σπουδών που παρέχονται από εκπαιδευτικά ιδρύματα και δεν οδηγεί σε κάποιου είδους πιστοποίηση. Μπορεί να είναι δομημένη ή μη-δομημένη από άποψη μαθησιακών στόχων, χρόνου μάθησης ή διδακτικής υποστήριξης και τις περισσότερες φορές το άτομο δεν στοχεύει στην εκμάθηση προσπαθώντας να επιτύχει το στόχο αυτό με οποιονδήποτε αναγκαίο τρόπο δηλαδή δεν είναι σκόπιμη.

Η μάθηση ήταν πάντα μέρος της καθημερινής ζωής και ακόμη περισσότερο στις μέρες μας έχουμε στοιχεία για το ότι τα παιδιά μαθαίνουν κυρίως εκτός σχολείου. Ο (Vavoula, 2006) εξέτασε πώς η μάθηση ενσωματώνεται στην καθημερινή ζωή των εφήβων και διαπίστωσε ότι για το 51% των μαθησιακών επεισοδίων έλαβε χώρα στο σπίτι τους, για το 21% εμφανίστηκε επίσης στο χώρο εργασίας το 6% σε χώρους αναψυχής, 5% υπαίθρια, 2% στο σπίτι ενός φίλου. Το 14% πραγματοποιήθηκε σε διάφορους άλλους χώρους.

Όπως αναφέρθηκε και προηγουμένως η άτυπη μάθηση αφορά σε μαθησιακές δραστηριότητες που είναι ο προσανατολισμένες στο στόχο, αυτόνομες, αυτo-κινητροδοτούμενες, και μπορούν να λάβουν χώρα σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή. Εξάλλου οι ανάγκες πληροφόρησης και μάθησης προκύπτουν όταν οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν προβλήματα ή προκλήσεις στην καθημερινή τους δραστηριότητα και το διαδίκτυο έχει καταστεί ο τόπος όπου οι άνθρωποι αναζητούν απαντήσεις και λύσεις, παράλληλα με τις πιο παραδοσιακές αλληλεπιδράσεις με οικογένεια φίλους και συναδέλφους. Υπό το πρίσμα των βασικών λειτουργιών του κοινωνικού λογισμικού και των επιπτώσεών του στη μάθηση, η άτυπη μάθηση μπορεί να λάβει τη μορφή του online chatting, της προσωπικής ανάκτησης πληροφοριών, της προσωπικής διαχείρισης της γνώσης και της συνεργατικής μάθησης κλπ. Ως εκ τούτου, η χρήση του κοινωνικού λογισμικού επιτρέπει την γρήγορη πρόσβαση σε online πληροφορίες, και την ταξινόμηση την αποθήκευση, την διαμοίραση και την επεξεργασία των πληροφοριών αυτών οποτεδήποτε και οπουδήποτε και άρα μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι τα στοιχεία που απαρτίζουν το Web 2.0 διευρύνουν το χώρο και το χρόνο μάθησης των παιδιών αλλά και των ενηλίκων.
Γίνεται επομένως κατανοητό το γεγονός ότι οι νέοι χρησιμοποιώντας το διαδίκτυο για επικοινωνία, διασκέδαση, αναζήτηση πληροφοριών, δημιουργία και συμμετοχή σε κοινότητες μπορούν να διευκολύνουν τη μάθησή τους. Όπως αναφέρουν και οι (McHale et al., 2009) οι φαινομενικά καθημερινές δραστηριότητες μπορούν να οδηγήσουν σε μια σειρά από ευκαιρίες μάθησης για τους νέους. Αν και το να μαθαίνουμε με άτυπο τρόπο προϋπήρχε σαν διαδικασία τώρα με τη σύνδεση με τον κόσμο του Web 2.0 και τη χρήση των εργαλείων που προσφέρει αυτός αποκτά μεγαλύτερη αξία.
Για παράδειγμα, η μάθηση μπορεί να προκύψει από δημιουργικές δραστηριότητες, όπως η δημιουργία βίντεο, καλλιτεχνικών έργων ή podcasts, η συγγραφή και η ανταλλαγή ιστοριών, από την διερεύνηση μελλοντικών σχεδίων σταδιοδρομίας και την ανάπτυξη δεξιοτήτων για την επίτευξη αυτών των στόχων, από την συμμετοχή σε συζητήσεις για θέματα που παρουσιάζουν ενδιαφέρον (Davies, υπό έκδοση) και την αναζήτηση πληροφοριών (Rieh, 2004).
Όπως γίνεται εύκολα αντιληπτό από τα προηγούμενα η άτυπη μάθηση περιλαμβάνει την ενασχόληση με ηλεκτρονικά δικτυακά εργαλεία, τεχνολογίες κοινωνικής δικτύωσης, εκπαιδευτική τηλεόραση, εκπαιδευτικά βίντεο, παιχνίδια, περιοδικά, μουσεία, χόμπι κλπ. Άρα αν λάβουμε υπ 'όψη το γεγονός ότι υπήρξε μια μαζική και ταχεία αφομοίωση αυτών των τεχνολογιών, ιδιαίτερα από εφήβους και νεαρούς ενήλικες, την γενιά του διαδικτύου και ότι οι νέες τεχνολογίες δρουν ως ένα μέσο που επιτρέπει στα παιδιά να μάθουν και να μοιραστούν τις δικές τους διαδικασίες μάθησης με τους συμμαθητές τους αναδεικνύεται η κεντρική σημασία της άτυπης μάθησης στο σύγχρονο τεχνολογικό περιβάλλον αλλά και η ενδυνάμωσή της από τις προσφερόμενες Web 2.0 τεχνολογίες. Με άλλα λόγια το Web 2.0 και τα εργαλεία κοινωνικής δικτύωσης που χαρακτηρίζονται έντονα από την εξατομίκευση, την υποκειμενικότητα, την κοινωνικοποίηση, και την διαφορετικότητα που προσφέρουν, παρέχουν μια ισχυρή τεχνική υποστήριξη για την άτυπη μάθηση.

περιεχόμενα




3.1.2. Μικρο-μάθηση



Η εκπαίδευση στις μέρες μας έχει ανάγκη από νέους καινοτόμους τρόπους μάθησης, που να ταιριάζουν στον τρόπο που η σημερινή γενιά, που χαρακτηρίζεται ως η γενιά του διαδικτύου, ζει, δουλεύει και μαθαίνει. Σήμερα, οι εκπαιδευόμενοι παίρνουν τα laptops τους στην τάξη, χρησιμοποιούν τα κινητά τους τηλέφωνα και το διαδίκτυο για να πάρουν μέρος σε κοινωνικά δίκτυα και ηλεκτρονικές συσκευές για να παίξουν και να δημιουργήσουν. Αυτές οι νέες ψηφιακές τεχνολογίες δίνοντας την δυνατότητα στους χρήστες να δημιουργήσουν το δικό τους περιεχόμενο, προωθούν μια νέα μορφή σύντομης, απλής και στοχευμένης πληροφορίας, που ονομάζεται μικρο-περιεχόμενο. Παραδείγματα μικρο-περιεχομένου αποτελούν τα podcasts, οι σελίδες στα wikis και σύντομα μηνύματα σε ιστολόγια και μικροιστολόγια.

Η δημιουργία, η δημοσίευση και η διαμοίραση μικρο-περιεχομένου στο διαδίκτυο προωθεί νέες μορφές άτυπης μάθησης, όπως η μικρο-μάθηση. Ως μικρο-μάθηση ορίζονται σύντομες μορφές μάθησης που αποτελούνται από διασυνδεδεμένες, σύντομες και χαλαρά συνδεδεμένες μαθησιακές δραστηριότητες με μικρο- περιεχόμενο.

Η μικρο-μάθηση μέσα στο πλαίσιο των Web 2.0 τεχνολογιών αποτελεί μέρος ενός δυναμικού και ανοιχτού ψηφιακού περιβάλλοντος, στο οποίο η πληροφορία μπορεί να παραχθεί, να συγκεντρωθεί, να χρησιμοποιηθεί και αν χρειαστεί να επαναχρησιμοποιηθεί. Σημαντικό της στοιχείο αποτελεί και η ενεργή παρουσία των εκπαιδευόμενων που συμμετέχουν στην διαδικασία της συνδημιουργίας και της διαμοίρασης του περιεχομένου. Η υποστήριξη της μικρο-μάθησης με τη χρήση εφαρμογών κοινωνικής δικτύωσης μπορεί να κάνει δυνατή την αλληλεπίδραση και την επικοινωνία ανάμεσα σε εκπαιδευόμενους με διαφορετικό υπόβαθρο, δίνοντας τους την ευκαιρία όχι μόνο να μοιραστούν με ταχύτερο τρόπο το περιεχόμενο, αλλά και να δημιουργήσουν, να ανταλλάξουν να επαναχρησιμοποιήσουν περιεχόμενο που ίσως περιλαμβάνει και μικρότερα κομμάτια πληροφορίας.

Η έννοια της μικρο-μάθησης είναι πολύ στενά συνδεδεμένη και με την έννοια της άτυπης μάθησης, αφού και οι δύο λαμβάνουν μέρος σε μη τυποποιημένα, αδόμητα περιβάλλοντα και περιέχουν σύντομες μαθησιακές δραστηριότητες διάρκειας από μερικών δευτερολέπτων μέχρι 15 λεπτών που μπορούν εύκολα να συμπεριληφθούν στην καθημερινή ζωή των μαθητών και να χρησιμοποιηθούν για την υποστήριξη της ευέλικτης μάθησης ώστε να βοηθήσουν τα άτομα να παραμένουν ενημερωμένα και να γνωρίζουν τις νέες εξελίξεις στον τομέα που τα αφορά. Οι μαθησιακές δραστηριότητες μικρο-μάθησης μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε συνδυασμό με άλλες μορφές μάθησης, που απαιτούν περισσότερο χρόνο και περιέχουν πληροφορίες μεγαλύτερης έκτασης, όπως στα μαθήματα εντός της τάξης ή στα ηλεκτρονικά μαθήματα που δημιουργούνται από συστήματα διαχείρισης μάθησης (ΣΔΜ), που περιγράφονται από τον όρο μακρο-μάθηση. Στον παρακάτω πίνακα παρουσιάζονται οι κυριότερες διαφορές ανάμεσα σε αυτές τις δύο μορφές μάθησης.


Μακρο-μάθηση
Μικρο-μάθηση
Πλαίσιο μάθησης
Τυπική μάθηση
Άτυπη μάθηση
Απαιτούμενος χρόνος
Αρκετές ώρες
Μερικά δευτερόλεπτα μέχρι 15 λεπτά
Τύπος περιεχομένου
Μαθησιακές μονάδες, που συνδυάζονται
και δομούν μια ευρύτερη ομάδα ιδεών συνδυάζοντας μαθησιακά αντικείμενα
Μικρο-περιεχόμενο αποτελούμενο
από μικρές δόσεις πληροφορίας,που
επικεντρώνεται σε μια συγκεκριμένη
ιδέα ή θέμα
Δημιουργία περιεχομένου
Δημιουργείται από ειδικούς συνήθως
με σχεδιαστικά εργαλεία
Συν-δημιουργείται από τους εκπαιδευόμενους
με Web 2.0 και γρήγορα ηλεκτρονικά εργαλεία
Συγκέντρωση και κατακερματισμός
περιεχομένου
Τα μαθησιακά αντικείμενα συνήθως πρέπει
να συνδυαστούν ώστε να είναι
κατανοητά. Το περιεχόμενο μπορεί εύκολα
να χωριστεί, να επα-χρησιμοποιηθει
Οι μονάδες μικρο-περιεχομένου είναι αυτοτελείς
και γίνονται κατανοητές χωρίς την προσθήκη
άλλων πληροφοριών. Το μικρο-περιεχόμενο
δεν μπορεί να χωριστεί σε μικρότερα κομάτια
χωρίς να χαθεί το νόημα
Ανάκτηση περιεχομένου
Τα μαθήματα ή τα θέματα είναι ανακτήσιμα
μέσω ενός μοναδικού URL, αλλά όχι
και τα μαθησιακά αντικείμενα
Το μικρο-περιεχόμενο έχει ένα μοναδικό URL (permalink),
που καθιστά μικρότερες μονάδες πληροφορίας
ανακτήσιμες
Δομή του μαθησιακού κύκλου
Ιεραρχικές, ακολουθιακές, προκαθορισμένες δομές
αποτελούμενες από πλήθος μαθημάτων,
που το καθένα συνδυάζει μαθησιακά αντικείμενα
όπως κείμενο, εικόνες κτλ
Δυναμικές, ευέλικτες δομές, που δημιουργούνται
από τους εκπαιδευόμενους κατά την διαδικασία
της μάθησης μέσω της συνεργασίας, της συγκέντρωσης
και της επαναδιαμόρφωσης
Target group
Εκπαιδευόμενοι που έχουν στόχο να
κατανοήσουν θέματα που έχουν
καθοριστεί από ειδικούς
Εκπαιδευόμενοι που έχουν ως στόχο να εξετάσουν
πτυχές ενός θέματος ή να λύσουν ένα πρακτικό ζήτημα
Ο ρόλος του εκπαιδευόμενου
Οι εκπαιδευόμενοι είναι καταναλωτές του
περιεχομένου, που προσπαθούν να
οικοδομήσουν νοητικές δομές παρόμοιες
των ειδικών
Οι εκπαιδευόμενοι είναι καταναλωτές και παραγωγοί
περιεχομένου, ενώ κατασκευάζουν τις δικές τους νοητικές
δομές μέσω της εξερεύνησης και των κοινωνικών αλληλεπιδράσεων
Η συμμετοχή του εκπαιδευόμενου
Επικεντρώνεται στις αλληλεπιδράσεις
εκπαιδευόμενου- περιεχομένου
Επικεντρώνεται στις κοινωνικές αλληλεπιδράσεις μεταξύ των εκπαιδευόμενων

Σ’ αυτό το σημείο είναι σημαντικό να τονίσουμε ότι η μικρο-μάθηση και η μακρο-μάθηση υπηρετούν διαφορετικούς σκοπούς και ανάγκες, γι’ αυτό και θα πρέπει να θεωρούνται αλληλοσυμπληρωματικές.

Αρχές σχεδίασης

Οι Web 2.0 τεχνολογίες έχουν αλλάξει τον τρόπο που χρησιμοποιούμε το διαδίκτυο και ιδιαίτερα τον τρόπο που μαθαίνουμε μέσω αυτού. Έτσι γεννήθηκε ο όρος του E-learning 2.0, μιας νέας διδακτικής προσέγγισης, όπου το περιεχόμενο μάθησης δημιουργείται και διαμοιράζεται με διαφορετικό τρόπο, δηλαδή αντί να συνθέτεται, να οργανώνεται και να δημοσιεύεται από ειδικούς, δημιουργείται από τους ίδιους τους χρήστες και είναι αποτέλεσμα συνεργασίας.
Η σχεδίαση του E-learning 2.0 ασχολείται πιο πολύ με την δημιουργία ενός κατάλληλου περιβάλλοντος που να παρέχει κίνητρα για μάθηση, ενώ κάθε εκπαιδευόμενος διαχειρίζεται ο ίδιος την μαθησιακή του πορεία, άρα δεν υπάρχει κάποιο είδος προκαθορισμένης διδασκαλίας.
Στην συνέχεια θα παρουσιαστούν κάποιες αρχές σχεδίασης μικρο-περιεχομένου αλλά και δραστηριοτήτων μικρο-μάθησης,που βασίζονται στο μικρο-περιεχόμενο, το οποίο μπορεί κάποιες φορές να είναι και προϊόν τους. Αυτές οι αρχές μπορούν να αποτελέσουν τον οδηγό σας για το πώς να οργανώσετε αποτελεσματικές δραστηριότητες μικρο-μάθησης με χρήση κάποιου μικροιστολογίου ή άλλων εργαλείων κοινωνικής δικτύωσης.


Αρχές σχεδίασης μικρο-περιεχομένου:

1. Μορφοποίηση: Οι μονάδες μικρο-περιεχομένου θα πρέπει να έχουν μικρό μέγεθος, ώστε να γίνονται άμεσα αντιληπτές, ώστε να διαμοιράζονται γρήγορα σε διαφορετικά ψηφιακά περιβάλλοντα.
2. Εστίαση: Οι μονάδες μικρο-περιεχομένου θα πρέπει να εστιάζουν σε ένα συγκεκριμένο θέμα ή ίδέα ή πρόταση.
3. Αυτονομία: Οι μονάδες μικρο-περιεχομένου θα πρέπει να είναι είναι ανεξάρτητες και γίνονται κατανοητές χωρίς την προσθήκη άλλων πληροφοριών, γι’ αυτό κατά την παραγωγή τους θα πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στο υπόβαθρο των αποδεκτών και στο πλαίσιο της μάθησης.
4. Δομή: Η δομή του μικρο-περιεχομένου θα πρέπει να περιέχει στοιχεία όπως τίτλο, θέμα, όνομα δημιουργού, ημερομήνία, ηλεκτρονική διεύθυνση και ετικέτες (tags).
5. Διευθυνσιοδότηση: Το μικρο-περιεχόμενο θα πρέπει να σχεδιάζεται σαν μια αυτοτελής διαδικτυακή πηγή που χαρακτηρίζεται από μια μοναδική διεύθυνση.

Αρχές σχεδίασης δραστηριοτήτων μικρο-μάθησης

1. Στρατηγικές μικρο-μάθησης: Αρκετές παιδαγωγικές στρατηγικές μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την υποστήριξη της μικρο-μάθησης, όπως η αυτό-διαχειριζόμενη μάθηση, η εγκαθιδρυμένη μάθηση, η συνεργατική μάθηση, που προτρέπει τους εκπαιδευόμενους να συν-δημιουργήσουν και να μοιράζονται, και τέλος η διαδικαστική μάθηση. Θα μιλήσουμε στην συνέχεια για αυτές τις στρατηγικές και τα αποτελέσματά τους.

2. Διαδικασίες μικρο-μάθησης: Οι διαδικασίες μικρο-μάθησης μπορούν να προετοιμαστούν αλλά όχι να προκαθοριστούν και θα πρέπει να σχεδιάζονται με βάση το πλαίσιο στο οποίο πραγματοποιούνται. Μπορούν να χωριστούν σε συνεδριάσεις με κάθε μία να διαρκεί μέχρι 15 λεπτά. Ένας κύκλος μικρο-μάθησης αποτελείται από έναν αριθμό συνεδριάσεων που μπορούν να χωριστούν στις εξής φάσεις:
α. Εισαγωγή: όπου καθορίζεται το θέμα, ορίζεται το πρόβλημα και περιγράφεται το ζήτημα.
β. Δραστηριότητα: Όπου λύνονται ασκήσεις, προβλήματα και παράγεται υλικό όπως κείμενο, διαγράμματα κτλ
γ. Ολοκλήρωση: Όπου πραγματοποιείται συζήτηση για τα αποτελέσματα, αναστοχασμός και ανάδραση

3.Δραστηριότητες μικρο-μάθησης: Οι εκπαιδευόμενοι θα πρέπει να έχουν τον έλεγχο των δραστηριοτήτων, που θα πρέπει να πραγματοποιούνται σε περιβάλλοντα που θα τους προτρέπουν να χρησιμοποιούν, να εξερευνούν και να δημιουργούν περιεχόμενο, καθώς και να συμμετέχουν.
4.Υλικά μικρο-μάθησης: Τα υλικά της μικρο-μάθησης θα πρέπει να συνδημιουργούνται, να συναρμολογούνται και να αναδιαμορφώνονται από τους εκπαιδευόμενους. Μπορούν να χρησιμοποιηθούν σαν επισυνάψεις ή σαν σύνδεσμοι σε μικρο-περιεχόμενο, για να κατευθύνουν την προσοχή των μαθητών σε νέες χρήσιμες πληροφορίες. Θα πρέπει να βρεθεί σωστή υπηρεσία στο μικρό μέγεθος του περιεχομένου και των πρόσθετων πληροφοριών, ώστε να μην υπάρξει γνωστική υπερφόρτωση και η μονάδα μικρο-περιεχομένου να παραμένει αυτοτελής και κατανοητή.
5.μικρο-μάθηση σε κοινότητες μάθησης: Το μικρο-περιεχόμενο μπορεί να διοχετευτεί μετά την παραγωγή του σε μια κοινότητα μάθησης και στην συνέχεια να χρησιμοποιηθεί για διαφορετικούς σκοπούς από τους εκπαιδευόμενους, να γίνει θέμα συζήτησης, να αποτελέσει μαθησιακό αντικείμενο ή η βάση για την παραγωγή νέου περιεχομένου.


περιεχόμενα


3.3 Κονεκτιβισμός

networks.jpgΟ κονεκτιβισμός αναπτύχθηκε από τους George Siemens και Stephen Downes για να θέσει ένα νέο θεωρητικό πλαίσιο ερμηνείας και κατανόησης των σύγχρονων τρόπων μάθησης στην ψηφιακή εποχή του 21ου αιώνα. Στον πυρήνα της θεωρίας βρίσκεται η θέση ότι η γνώση είναι κατανεμημένη σε ένα δίκτυο συνδέσμων και η μάθηση βασίζεται στη δυνατότητα κατασκευής και διάσχισης των συγκεκριμένων δικτύων.(Siemens G,2010)
Αυτά τα δίκτυα συνδέσμων καλείται να αξιοποιήσει ο σύγχρονος μαθητής δημιουργώντας το δικό του δίκτυο μάθησης, το οποίο αποτελέιται από:
  • Κόμβους οι οποίοι μπορεί να είναι οποιαδήποτε στοιχεία μπορούν να αποτελέσουν πηγή πληροφόρησης και μπορούν να συνδεθούν με άλλα στοιχεία (κόμβους)
  • Συνδέσεις οι οποίες αποτελούν τύπους σύνδεσης μεταξύ κόμβων.

Έτσι, ο σύγχρονος μαθητής μαθαίνει πλοηγούμενος σε μια πληθώρα (δια)δικτυακών πηγών γνώσης (κόμβων), επιλέγοντας μόνος του, το περιεχόμενο, τον τρόπο, το χρόνο και τα εργαλεία που θα χρησιμοποιήσει για να επιτύχει τους προσωπικούς του εκπαιδευτικούς στόχους.
Κατά τον τρόπο αυτό, η γνώση δεν αποτελεί προϊόν πρότασης ή εισήγησης από το δάσκαλο ( οποίος πλέον αναλαμβάνει να παίξει επικουρικό ρόλο-αν όχι να απουσιάσει εντελώς), αλλά ο μαθητής μόνος του μέσα από αλληλεπιδράσεις με διάφορα γνωστικά αντικείμενα ή/και ανθρώπους, καλείται να δομήσει ένα δικό του προσωπικό δίκτυο μάθησης αποτελούμενο από διαφορετικές, κατανεμημένες πηγές γνώσης.
Αυτή η κατανεμημένη γνώση του δικτύου μάθησης, πέρα από ποσοτικά ή ποιοτικά χαρακτηριστικά, έχει μια επιπλέον ιδιότητα – είναι διασυνδεδεμένη. Αυτό σημαίνει ότι η γνώση δεν υπάρχει αυτούσια, συγκεντρωμένη σε ένα σημείο, αλλά ενυπάρχει σε διαφορετικούς κόμβους διασυνδεδεμένους μεταξύ τους έτσι ώστε ο ένας κόμβος να οδηγεί στον άλλο δημιουργώντας ένα σύνθετο μωσαϊκό γνώσης με χαοτικά χαρακτηριστικά.
Ο μαθητής καλείται να οργανώσει το χάος του δικτύου μάθησης δημιουργώντας διαδρομές που θα τον οδηγήσουν στη γνώση. Στην προσπάθεια του αυτή, αναπτύσσει νέες δεξιότητες επιχειρώντας να κατανοήσει νοήματα, να βρει νέους μηχανισμούς μάθησης και να συνθέσει τη κατανεμημένη πληροφορία ενός δικτύου που συνεχώς μεταβάλλεται.
Το δίκτυο μάθησης συνεχώς μεταβάλλεται ακολουθώντας μηχανισμούς αυτό-οργάνωσης και πραγματοποιώντας έναν αυτόβουλο σχηματισμό δομών και συμπεριφορών, από συχνά τυχαίες αρχικές συνθήκες. Όπως για παράδειγμα, εκατοντάδες μυρμήγκια συναντώντας μονοπάτια φερορμόνης άλλων μυρμηγκιών, ρυθμίζουν ανάλογα τη συμπεριφορά τους, έτσι και ο άνθρωπος ακολουθώντας «μονοπάτια γνώσης» άλλων ατόμων επηρεάζεται από τη συμπεριφορά τους. Στο πλαίσιο αυτό, ο μαθητευόμενος διερμηνεύει τη γνώση που βρίσκεται διάχυτη στο δίκτυο δημιουργώντας μια δική του έκδοση της αλήθειας μέσω της προσωπικής του οπτικής για τον κόσμο μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Συνεπώς, η μάθηση είναι μια διαρκώς μεταλλασσόμενη κατάσταση (συναισθηματική, νοητική και ψυχολογική) και προκύπτει ως αποτέλεσμα από τις εμπειρίες και τις αλλεπάλληλες διαδράσεις με γνωστικά αντικείμενα και με άλλους ανθρώπους.
ConnectedPreson.jpg
Τα δίκτυα μάθησης που δημιουργεί ο μαθητής, μπορεί να είναι εσωτερικά , δηλαδή νευρωνικά δίκτυα όπου η γνώση είναι κατανεμημένη εντός του εγκεφάλου του ατόμου, ή εξωτερικά, τα οποία είναι δίκτυα που δημιουργούμε μαθαίνοντας και ενσωματώνοντας τον κόσμο γύρω μας (Siemens, 2006b,σελ.10). Ένα εξωτερικό δίκτυο αποτελεί επέκταση του εσωτερικού (νευρωνικού) δικτύου εντός ατόμου.

Επιπλέον, τα δίκτυα μάθησης μπορούν να συνδυαστούν για να σχηματίσουν ακόμη μεγαλύτερα δίκτυα (κάθε κόμβος σε ένα μεγαλύτερο δίκτυο μπορεί να είναι ένα μικρότερο υποδίκτυο από επιμέρους κόμβους). Για παράδειγμα μια κοινότητα είναι ένα πλούσιο μαθησιακό δίκτυο από άτομα που από μόνα τους αποτελούν ολοκληρωμένα, μικρότερα μαθησιακά δίκτυα.
Στον κονεκτιβισμό το περιεχόμενο είναι συχνά παραπροϊόν της διεργασίας μάθησης και όχι το σημείο εκκίνησης επειδή οι σύνδεσμοι, όχι το περιεχόμενο αποτελούν το αρχικό σημείο εκκίνησης της μαθησιακής διαδικασίας. Έτσι η λήψη αποφάσεων από το μαθητή για το ποιες συνδέσεις πρέπει να επιλέξει είναι εξαιρετικά σημαντική και είναι από μόνη της μια διεργασία μάθησης.


3.1.3.3. Κόμβοι
network.jpg
Οι κόμβοι αποτελούν το βασικό δομικό στοιχείο ενός δικτύου μάθησης και δεν είναι τίποτα άλλο από οντότητες που είναι συνδεδεμένες μεταξύ τους. Οι κόμβοι αποτελούν «πηγές γνώσης» για το μαθητή και μπορεί να είναι άνθρωποι, οργανώσεις, βιβλιοθήκες, ιστοχώροι, βιβλία, περιοδικά, βάσεις δεδομένων, ή οποιαδήποτε άλλη πηγή πληροφοριών. Σε μια ιδανική περίπτωση, κάθε στοιχείο που μπορούμε να παρατηρήσουμε ή να βιώσουμε μπορεί να μετατραπεί σε κόμβο. Ως κόμβοι μπορούν να αντιμετωπιστούν ακόμη και σκέψεις, συναισθήματα, αλληλεπιδράσεις με άλλους ανθρώπους και νέα δεδομένα ή νέες πληροφορίες. Γενικά, κάθε στοιχείο που μπορούμε να παρατηρήσουμε ή να βιώσουμε μπορεί να μετατραπεί σε κόμβο ενός δικτύου μάθησης. (Siemens, G., 2005)
Οι κόμβοι χαρακτηρίζονται από μια γενική αίσθηση αυτονομίας. (Siemens, G., 2005). Αυτό σημαίνει ότι:
  • Ένας κόμβος μπορεί να υπάρχει σε ένα δίκτυο, ακόμη και όταν δεν είναι ισχυρά συνδεδεμένος με άλλους κόμβους.
  • Κάθε κόμβος έχει τη δυνατότητα να λειτουργεί με το δικό του τρόπο.
  • Το δίκτυο παρότι είναι μια συνάθροιση κόμβων, μπορεί να ασκήσει περιορισμένη επιρροή στη φύση κάθε κόμβου του δικτύου.
Η δυνατότητα των κόμβων να σχηματίσουν συνδέσεις επηρεάζεται από διάφορους παράγοντες. Ωστόσο, μόλις ένα δίκτυο καθιερωθεί, η ροή της πληροφορίας μπορεί σχετικά εύκολα να περάσει από ένα κόμβο σε κάποιο άλλο. Όσο πιο ισχυρή είναι η σύνδεση μεταξύ των κόμβων, τόσο πιο γρήγορα θα κυκλοφορεί η πληροφορία. (Siemens, G., 2005)

Ο Albert-László Barabási υποστηρίζει ότι «οι κόμβοι συνεχώς ανταγωνίζονται για συνδέσεις καθώς οι συνδέσεις αντιπροσωπεύουν την επιβίωση σε ένα διασυνδεδεμένο κόσμο». Οι κόμβοι που αποκτούν επιτυχώς μεγαλύτερο προφίλ θα είναι πιο πετυχημένοι στην απόκτηση επιπρόσθετων συνδέσεων. Στο μαθησιακό πεδίο, η πιθανότητα για μια έννοια μάθησης να αποκτήσει συνδέσεις εξαρτάται από το πόσο καλά είναι τώρα συνδεδεμένηΟι κόμβοι (π.χ. τομείς, ιδέες, κοινότητες) που ειδικεύονται και αποκτούν αναγνώριση για την ειδίκευσή τους έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες, από τους άλλους, να αποκτήσουν συνδέσεις. (Barabási, A. L., 2002, σελ 106)



3.1.3.4. Συνδέσεις

Οι συνδέσεις είναι τα μονοπάτια που ακολουθεί ο μαθητής κατά τη πλοήγηση του ανάμεσα στους κόμβους (πηγές) του προσωπικού του δικτ
networκ.jpg
Εικόνα 1
ύου μάθησης. Οι συνδέσεις αποτελούν στοιχείο κλειδί για τα δίκτυα μάθησης. Αυτό οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι ο τρόπος που δομείται ένα δίκτυο μάθησης εξαρτάται σε πολύ μεγάλο βαθμό από το πώς ορίζονται οι συνδέσεις μεταξύ των κόμβων του. Για παράδειγμα τα δίκτυα της Εικόνας 1 (αν και αποτελούν πολύ απλοποιημένες μορφές μαθησιακών δικτύων με 7 μόνο κόμβους), παρατηρούμε ότι οι συνδέσεις μεταξύ των κόμβων δομούνται με διαφορετικό τρόπο. Τα δίκτυα αυτά έχουν διαφορετικές τοπολογίες και ο τρόπος μετάδοσης της πληροφορίας μεταξύ των κόμβων σε κάθε περίπτωση γίνεται με διαφορετικό τρόπο. Από εκπαιδευτικής πλευράς το μαθησιακό αποτέλεσμα που θα προκύψει στον ίδιο μαθητή χρησιμοποιώντας καθένα από τα παραπάνω δίκτυα μάθησης θα είναι διαφορετικό.


.jpg
Εικόνα 2

Αν δηλαδή ένας μαθητής (έστω ο Γιάννης) χρησιμοποιώντας το twitter ακολουθεί (κάνει follow) έναν συμμαθητή του (έστω ο Κώστας), οποίος κάνει με τη σειρά του κάνει follow τον καθηγητή της φυσικής της τάξης του, η επιρροή που δέχεται ο αρχικός μαθητής απο τον καθηγητή είναι διαφορετική από το να τον έκανε απευθείας follow. (εικόνα 2) Αυτό συμβάινει επειδή μεταξύ του Γίαννη και του καθηγητή παρεμβάλλεται ο κόμβος Κώστας.


Κατά την εκπαιδευτική διαδικασία, ο μαθητής θα πρέπει να υποβοηθηθεί ώστε να δημιουργεί συνεχώς νέες συνδέσεις με διαφορετικούς κόμβους πληροφοριών και να αξιοποιήσεί τις παλιές συνδέσεις, έτσι ώστε να αυξήσει τις δυνατότητες πρόσβασης του μεγαλύτερο πλήθος μαθησιακών πληροφοριών.
Οι σύνδεσμοι μεταξύ των κόμβων σε ένα δίκτυο μάθησης μπορεί να είναι εφήμεροι ή μακροχρόνιοι, ασθενείς ή ισχυροί. (Χριστάκης Ν, 2010).

Σε ένα δίκτυο μάθησης η σύνδεση με κάποιους κόμβους (πηγές γνώσης) μπορεί να έχει κάποιο ορισμένο «χρόνο ζωής». Έστω για παράδειγμα ότι ένας μαθητής είναι συνδρομητής σε μια On-line, ψηφιακή βιβλιοθήκη, η συγκεκριμένη βιβλιοθήκη αποτελεί ένα κόμβο πληροφοριών για τον μαθητή. Μετά τη λήξη της συνδρομής του στην on-lineβιβλιοθήκη, ο συγκεκριμένος κόμβος παύει να είναι προσβάσιμος από το μαθητή, άρα παύει να υπάρχει στο δίκτυο μάθησης του (εφήμερη σύνδεση). Αντιθέτως, ένα ηλεκτρονικό βιβλίο το οποίο έχει αποθηκεύσει ένα μαθητής στον υπολογιστή του αποτελεί έναν πάντα διαθέσιμο κόμβο πληροφοριών για το μαθητή, αφού η πρόσβαση του σε αυτό δεν υπόκεινται σε χρονικού περιορισμούς (μακροχρόνια σύνδεση).



Καμία σύνδεση δεν έχει την ίδια βαρύτητα και την ίδια επιρροή σε ολόκληρο το δίκτυο. Οι συνδέσεις μπορούν να ενδυναμωθούν μέσα από μια σειρά από παράγοντες: (Siemens, G. 2005)
  • Κίνητρα –Τα κίνητρα ενός ανθρώπου επηρεάζονται πολλές φορές από συναισθήματά και τη λογική. Ωστόσο, ένα άτομο που έχει σαφείς στόχους μπορεί να έχει περισσότερα κίνητρα για την εκμάθηση ενός αντικειμένου. Για παράδειγμα κάποιος μαθητής ο οποίος θέλει να γίνει μουσικός, έχει σαφή κίνητρα να αναζητήσει κόμβους πληροφορίες για τη μουσική. Σε κάθε περίπτωση, τα κίνητρα καθορίζουν το κατά πόσο είμαστε δεκτικοί σε συγκεκριμένες έννοιες καθώς και την επιθυμία μας να ενισχύσουμε βαθύτερες δικτυακές συνδέσεις.
  • Τα συναισθήματα και το πώς νιώθουμε παίζουν μεγάλο ρόλο στο πώς θα αξιολογήσουμε τους κόμβους τους οποίου εντάσουμε στο δίκτυο μάθησης μας. Για παράδειγμα ας φανταστούμε το φαινόμενο της υπερθέρμανσης του πλανήτη. Όλοι είμαστε τουλάχιστον μερικώς υπεύθυνοι για τη εμφάνιση του φαινόμενου αυτού. Ωστόσο, πολλούς ανθρώπους το φαινόμενο αυτό δεν τους επηρεάζει. Μέχρι ο κόμβος «παγκόσμια υπερθέρμανση» να ξεκινήσει να επηρεάζει την ποιότητα ζωής αυτών των ατόμων, αυτοί θα συνεχίσουν να νιώθουν άνετα όταν συναντούν κόμβους με αντίστοιχο περιεχόμενο και θα τους ξεπερνούν… Άλλοι μπορεί να είναι πιο ευαίσθητοι και να αποδίδουν μεγαλύτερη έμφαση στην συγκεκριμένη έννοια.
  • Έκθεση - Η επανάληψη είναι ένας καλός τρόπος για την ενδυνάμωση των συνδέσμων. Ένας κόμβος αυξάνει τη δημοτικότητα (σχετικότητα) του, όσο περισσότεροι σύνδεσμοι οδηγούν σε αυτόν. Οι ιδέες, που συνδέονται ισχυρά με άλλες ιδέες ενοποιούνται γρήγορα μέσα σε ένα δίκτυο και δύσκολα αλλάζουν. Καθώς ο κόμβος αρχίζει να σχηματίζει τις δικές του συνδέσεις με άλλους κόμβους, αρχίζει να αποκτά έλξη και ξεκινά να συνδέεται με τους υπόλοιπους κόμβους σε μεγαλύτερο βαθμό. Για παράδειγμα σε έναν οργανισμό. Νέες ιδέες και διεργασίες αντιμετωπίζονται αρχικά ως απειλές από τα μέλη του. Αποτέλεσμα αυτού είναι να αντιμετωπίζονται οι διεργασίες αυτές ως περιθωριακά στοιχεία και να παραμένουν ασύνδετες ως κόμβοι μέσα στο δίκτυο. Ωστόσο, αν η ιδέα συνεχίσει να σχηματίζει συνδέσεις μέσα στο δίκτυο και σχηματίσει το δικό της υποδίκτυο που επηρεάζει τη δομή του μεγαλύτερου δικτύου, τότε ενσωματώνεται στη γνώση του οργανισμού. Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δοθεί στους κόμβους που έχουν δημιουργήσει από μόνοι τους ένα αρκετά ισχυρό δίκτυο ώστε να αρχίσουν να επηρεάζουν την όλη διαδικασία σκέψης (νευρικό δίκτυο).
  • Δημιουργία προτύπων είναι ένα από τα ποιο σημαντικά στοιχεία της μάθησης. Η δημιουργία προτύπων είναι μια διαδικασία αναγνώρισης της φύσης και της οργάνωσης διαφόρων τύπων πληροφορίας και γνώσης. Τα σχήματα που δημιουργούνται από αυτές τις δομές θα καθορίσουν πόσο άμεσα θα γίνουν νέες συνδέσεις. Για παράδειγμα, ένας εκπαιδευόμενος στον τομέα της φαρμακευτικής (ο οποίος γνωρίζει την φύση του δικού του μαθησιακού δικτύου) μπορεί να αναγνωρίσει ομοιότητες στα πρότυπα που αφορούν το δικό του τομέα του και τον τομέα της χημείας. Η αναγνώριση αυτών των προτύπων μπορεί να οδηγήσει στην εκθετική αύξηση των γνώσεων αφού μπορεί να αξιοποιήσει γνώσεις που απέκτησε από παρεμφερείς κόμβους.
  • Ο λογισμός (logic) αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο στην διαδικασία της μάθησης. Τα περισσότερα από αυτά που γνωρίζουμε (και έχουμε μάθει) είναι το μετα-προϊόν σκέψης και αυτό-ανάδρασης. Οι συνδέσεις μπορούν να γίνουν και χωρίς ενσυνείδητες σκέψεις αλλά η διαδικασία είναι σημαντικά βελτιωμένη όταν καθοδηγείται από εστιασμένη λογική. Ο λογισμός είναι μια εδραιωμένη διεργασία δημιουργίας κόμβων, αξιολόγησης και αναγνώρισης προτύπων ανάμεσα σε διαφορετικές έννοιες και στοιχεία δικτύου. Έτσι ένας μαθητής θα πρέπει να επιλέγει με λογική ποιους πληροφοριακούς κόμβους θα πρέπει να εντάξει στο δίκτυο μάθησης του.
  • Η εμπειρία είναι επίσης σημαντική για τη δημιουργία δικτύων. Μεγάλο μέρος της μάθησής προέρχεται από ανεπίσημα μέσα και την εμπειρία μας. Η εμπειρία είναι καταλύτης τόσο για την απόκτηση νέων κόμβων όσο και για τη δημιουργία συνδέσμων μεταξύ υπαρχόντων. Για παράδειγμα έσω ότι διαβάζουμε ένα βιβλίο. Αν το περιεχόμενο του βιβλίου συνδέεται με ήδη υπάρχουσες εμπειρίες μας, τότε το μαθησιακό υλικό του βιβλίου αφομοιώνεται εύκολα και γρήγορα. Αντίθετα, αν το περιεχόμενο έρχεται σε αντίθεση με καταστάσεις που έχουμε ζήσει, τότε το υλικό αφομοιώνεται πολύ πιο αργά.


Βασικές αρχές του κονεκτιβισμού
  • Η μάθηση και η γνώση στηρίζεται σε μια ποικιλία απόψεων. Ποικιλία απόψεων βρίσκεται Traits_of_Learning_Today.jpgδιάχυτη στο δίκτυο. Η μάθηση πραγματοποιείται από τη σύνθεση διαφορετικών και πολλές φορές αντίθετων, απόψεων και προσεγγίσεων, συνδυάζοντας πληροφορίες που είναι ανομοιογενείς και «ακατάστατες». Ο μαθητής πρέπει να λάβει αποφάσεις συνθέτοντας τη δική του πορεία μάθησης μέσα από μια μεγάλη ποικιλία γνωστικού υλικού. Για παράδειγμα έστω ότι ένας μαθητής έχει αναλάβει να εκπονήσει μια εργασία για το θέμα «χρήση κινητών τηλεφώνων στη ζωή μας». Στο πλαίσιο λοιπόν της εργασίας αναζητεί πληροφορίες στο διαδίκτυο. Κατά την αναζήτηση του βρίσκει πληροφορίες για τη θετική επίδραση των κινητών τηλεφώνων στη ζωή του ανθρώπου, αρνητικές επιπτώσεις, τεχνικά χαρακτηριστικά, υποστηριζόμενες υπηρεσίες, αριθμούς κινητών τηλεφώνων, χρεώσεις χρήσης κινητής τηλεφωνίας κ.τ.λ. Πληθώρα πληροφοριών είναι διαθέσιμη για το συγκεκριμένο θέμα. Ωστόσο, ο μαθητής πρέπει να εντοπίσει τη χρήσιμη πληροφορία, να την επεξεργαστεί και να την αξιοποιήσει κατάλληλα για την εκπόνηση της εργασίας του και τελικά να μάθει.

  • Η μάθηση είναι μια διαδικασία σύνδεσης ειδικευμένων κόμβων ή πηγών πληροφόρησης. Η μάθηση είναι η διεργασία σχηματισμού δικτύων στα οποία σύνθετη και πολυποίκιλη πληροφορία βρίσκεται σε εξειδικευμένους κόμβους. Ο μαθητής καλείται να αποδημήσει τα δίκτυα μάθησης σε μικρότερες δομές μαθαίνοντας συνεχώς και προσαρμόζεται αλληλεπιδρώντας δυναμικά με τον κόσμο γύρω του.

  • Η μάθηση μπορεί να βρίσκεται και σε μη ανθρώπινες συσκευές. Η γνώση μπορεί να διαμένει σε μη ανθρώπινα στοιχεία, υπάρχει στο δίκτυο και όχι εσωτερικά μέσα στα άτομα. Η μάθηση μπορεί να βρίσκεται σε ανθρώπους, οργανώσεις, βιβλιοθήκες, ιστοχώρους, βιβλία, περιοδικά, βάσεις δεδομένων, ή οποιαδήποτε άλλη πηγή πληροφοριών. Ουσιαστικά, η νόηση δεν περιορίζεται εντός των ορίων του ανθρώπινου εγκεφάλου (Η. Καρασαββίδη & Β. Κόμης). Αντίθετα, η νόηση παρουσιάζει μια κοινωνική κατανομή στο δίκτυο. Χαρακτηριστική περίπτωση είναι αυτή διδασκαλίας ενός αλγόριθμου στα μαθηματικά, ο δάσκαλος μπορεί να οργανώσει, να δομήσει και να απλοποιήσει την όλη μαθησιακή δραστηριότητα (ουσιαστικά με αυτό τον τρόπο ρυθμίζει την ικανότητα χρήσης του αλγόριθμου) πριν ο μαθητής γίνει ικανός για να ρυθμίσει τον εαυτό του για την εκτέλεση της δραστηριότητας (Cole&Engestorm,1993).

  • Ικανότητα μάθησης είναι πιο σημαντική από την μέχρι τώρα γνώση. Σήμερα, η γνώση εξελίσσεται εκθετικά καθιστώντας συχνά παρωχημένες γνώσεις που αποκτήθηκαν σχετικά πρόσφατα. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, η μάθηση να έχει γίνει μια συνεχής διαδικασία που διαρκεί μια ζωή. Συνεπώς, η αξιολόγηση του τι τελικά πρέπει να μάθουμε, που και πότε αποτελεί μια ιδιαίτερα σημαντική μετα-δεξιότητα που θα πρέπει να εξεταστεί πριν την έναρξη της μαθησιακής διαδικασίας. Η ικανότητα να εντοπίζει κανείς συνδέσεις και να αναγνωρίζει πρότυπα– μεταξύ ιδεών και εννοιών είναι εξαιρετικά κρίσιμη για τη μάθηση αφού το μαθησιακό περιεχόμενο συνεχώς αλλάζει. Αξίζει να σκεφτούμε ότι «Σημασία πλέον δεν έχει το πετρέλαιο, αλλά ο αγωγός!» Ο μαθητής δε θα πρέπει να εστιάσει τόσο σε ένα συγκεκριμένο γνωστικό περιεχόμενο, όσο κυρίως στην αναζήτηση τρόπων για να ανταπεξέλθει άμεσα και αποτελεσματικά σε καταστάσεις που απαιτούν γνώσεις που δεν έχει! Ο ρόλος του εκπαιδευτικού είναι να εκπαιδεύσει το μαθητή ώστε να «μάθει να μαθαίνει» ώστε να αξιοποιεί μόνος του τη γνώση του δίκτυου. Σημασία δεν έχει τι ήδη ξέρουμε, αλλά τι μπορούμε να μάθουμε επιπλέον και πόσο ικανοί είμαστε να βρούμε γρήγορα τη γνώση που μας λείπει
  • Η δημιουργία και η διατήρηση συνδέσεων είναι απαραίτητη για την υποστήριξη συνεχούς μάθησης. Οι συνδέσεις είναι το κλειδί της δικτυακής μάθησης. Ο μαθητής έχει το πρωτεύοντα λόγο για τη διατήρηση και εξάπλωση του δικτύου μάθησης του. Ανάλογα με τις ανάγκες του ο μαθητής μπορεί να αλλάξει τις συνδέσεις που αξιοποιεί στο δίκτυο μάθησης του. Έτσι κόμβοι που δεν χρησιμοποιούνται ή δεν έχουν πλέον αξία στη ροή των πληροφοριών εξασθενούν και σταδιακά καταργούνται οι συνδέσεις άλλων κόμβων με αυτούς. Ο μαθητής πρέπει να βρίσκεται σε μια διαρκή αναζήτηση κόμβων πληροφοριών, προσπαθώντας να προσαρμόσει το δίκτυο στις προσωπικές του εκπαιδευτικές ανάγκες. Έτσι, αναξιόπιστες ή άχρηστες πηγές πληροφόρησης πρέπει να απομακρύνονται και να προστίθενται νέες πηγές γνώσης. Ας υποθέσουμε ότι κάποιος μαθητής της γ’ τάξης γυμνασίου θέλει να βρει κριτήρια αξιολόγησης για το μάθημα των μαθηματικών που διδάσκεται στο σχολείο. Αναζητώντας πληροφορίες στο διαδίκτυο εντοπίζει κάποιο forum με σχετικό υλικό και συμβουλές. Αποφασίζει να γίνει μέλος της κοινότητας και λαμβάνει όλο το σχετικό εκπαιδευτικό υλικό που τον ενδιαφέρει. Την επόμενη χρονιά φοιτώντας στην α’ τάξη του λυκείου συνειδητοποίει ότι το εκπαιδευτικό υλικό που βρίσκεται στο συγκεκριμένο forum δεν καλύπτει πλέον τις ανάγκες του, οπότε κάνει αίτηση διαγραφής και εντοπίζει κάποιο άλλο forum με νέο εκπαιδευτικό υλικό που τον ενδιαφέρει. Ο ρόλος του εκπαιδευτικού στο σημείο αυτό είναι να παροτρύνει το μαθητή να αξιοποιεί, να προσαρμόζει και να επεκτείνει το δίκτυο στις ανάγκες μάθησης του.

  • Η ικανότητα να δεις συνδέσεις – να αναγνωρίσεις πρότυπα – μεταξύ ιδεών και εννοιών είναι κρίσιμη για τη μάθηση. Ο άνθρωπος από τη φύση του ερμηνεύει συμπεριφορές και έννοιες σύμφωνα με καθιερωμένα πρότυπα που ήδη γνωρίζει. Ο Bruner αναφέρει χαρακτηριστικά «Παρότι πολλές φορές οι ερμηνείες υπάρχουν στο μυαλό μας, πηγάζουν από την κοινότητα στην οποία δημιουργούνται». Στα πλαίσια της κοινότητας μάθησης, ο εκπαιδευτικός θα πρέπει να υποδείξει πρότυπα ιδεών και συμπεριφοράς, η υιοθέτηση των οποίων θα αποτελέσουν σημείο αναφοράς για την κατανόηση μιας πληροφορίας από τους μαθητές. Για παράδειγμα, αν ο δάσκαλος χρησιμοποιήσει το diigoως εργαλείο κοινωνικών επισημάνσεων για τη διαμοίραση πληροφοριακού υλικού μεταξύ μαθητών. Οι μαθητές, σύντομα, θα ενστερνιστούν αυτή τη μεθοδολογία διαμοίρασης υλικού και θα την αξιοποιήσουν κατάλληλα στο δίκτυο μάθησης του.

  • Η ακριβής και επίκαιρη γνώση (ακριβείς, ενημερωμένες γνώσεις) αποτελεί βασικό στόχο όλων των μαθησιακών δραστηριοτήτων. Δεδομένου ότι η πληροφορία σε ένα δίκτυο μάθησης αλλάζει συνεχώς, είναι απαραίτητο αυτή να παραμένει συνεχώς ακριβής και επίκαιρη σε σχέση με τις νέες ανακαλύψεις στο γνωστικό αντικείμενο που αναφέρεται. Υπό αυτές τις συνθήκες, ο μαθητευόμενος για να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της μάθησης πρέπει να αναπτύξει δυο βασικές δεξιότητες. Ο μαθητής δεν θα πρέπει αν μένει προσκολλημένος σε πηγές που έχει βρει στο παρελθόν, αλλά να αναζητεί συνεχώς νέες. Άλλωστε σήμερα οι γνώσεις μας για ένα γνωστικό αντικείμενο αλλάζουν ραγδαίως, συνεπώς οι χρήση μη ενημερωμένων και ανακριβών πληροφοριών (μέσα από κόμβους) ουσιαστικά εμποδίζει την εξέλιξη και τη μάθηση παρά την ευνοεί.

  • Η λήψη αποφάσεων είναι από μόνη της μια διαδικασία μάθησης. Η ικανότητα να σχηματίζουμε διακρίσεις ανάμεσα σε σημαντικές και ασήμαντες πληροφορίες είναι θεμελιώδης για τη μάθηση. Ο μαθητής θα πρέπει να είναι σε θέση να εντοπίζει το νόημα από τις διαφορετικές, συχνά αλληλοσυγκρουόμενες ή/και παρωχημένες απόψεις και πληροφορίες του δικτύου και να παίρνει αποφάσεις σχετικά με το ποιες θα πρέπει να ενσωματώσει στο δίκτυο μάθησης του. Η δεξιότητα αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική στις περιπτώσεις που ο μαθητής θα πρέπει να μελετήσει ερευνητικά ερωτήματα γιατί συχνά προκύπτουν αντικρουόμενες απόψεις.


3.1.4. Ο ρόλος του εκπαιδευτικού στον κονεκτιβισμό


Στον παραδοσιακό τρόπο διδασκαλίας ο εκπαιδευτικός έχει πολλούς ρόλους. Έχει το ρόλο του πρότυπου συμπεριφοράς, του καθοδηγητή, του εμψυχωτή, του υποστηρικτή κ.τ.λ. Ωστόσο, η επικοινωνία μεταξύ εκπαιδευτικού και εκπαιδευόμενου είναι μονόδρομη. Ο εκπαιδευόμενος ήταν παθητικός δέκτης της γνώσης, η οποία μεταδίδεται από το δάσκαλο σε κάθε μαθητή ξεχωριστά (Dawley L, 2009)




Στο κονεκτιβισμό ο ρόλος του εκπαιδευτικού και των εκπαιδευομένων αποκτούν νέα διάσταση. Οι μαθητές είναι σε θέση να αυτό-ρυθμίσουν την μάθηση τους, μέσα σε ένα πλαίσιο αμφίδρομης επικοινωνίας προς άλλους συμμαθητές τους, δασκάλους, ειδικούς, γονείς κ.τ.λ. Ο εκπαιδευτικός χάνει τον κυρίαρχο ρόλο μέσα στη μάθηση αποκτώντας πλέον επικουρικό ρόλο (μερικές φορές, μάλιστα, απουσιάζει εντελώς). Ο δάσκαλος λειτουργεί ως υποστηρικτής των μαθητών και στόχο έχει να διευκολύνει τη μάθηση ενσωματώνοντας web 2.0 εκπαιδευτικά εργαλεία στην εκπαιδευτική διαδικασία και βοηθώντας του μαθητές να αξιοποιήσουν σωστά τα σύγχρονα δίκτυα μάθησης. (LisaDawley, 2009, σελ 112)

Οι εκπαιδευόμενοι δεν περιορίζονται μόνο στην αλληλεπίδραση με γνωστικά αντικείμενα και θεωρίες διαβάζοντας μια θεωρία ή μια έρευνα ενός ειδικού. Μπορούν απευθείας να μιλήσουν μαζί του μέσω twitter, blogs, Facebook κ.τ.λ.

Ο εκπαιδευτικός πλέον δεν ελέγχει ή συντονίζει αλλά επηρεάζει. Αντί να ελέγξει μια τάξη, ένας δάσκαλος επηρεάζει ή διαμορφώνει το δίκτυο μάθησης των μαθητών της
.
teacherRole.jpg


Ο ρόλο του δασκάλου είναι να:
1. Ενισχύει
2. Επιμελεί (curate)
3. Βοηθά στην ανεύρεση λύσεων και στην κατανόηση νοήματος
4. Ενοποιεί (Aggregate)
5. Φιλτράρει
6. Παρέχει βοήθεια τύπου modeling
7. Παρουσία

Ενίσχυση
Το δίκτυο μάθησης ενός μαθητή διαμορφώνεται από ενέργειες των εκπαιδευτικών που εφιστούν την προσοχή και ενισχύουν αξιόπιστες και σωστές πληροφορίες που είναι ιδιαίτερα σημαντικές για ένα συγκεκριμένο γνωστικό αντικείμενο.

Τα κοινωνικά μέσα (social media), όπως το twitter παρέχουν μερικά παραδείγματα για το πώς ο δάσκαλος μπορεί να επιτύχει την ενίσχυση αυτή. Για παράδειγμα το twitter παρέχει τη δυνατότητα να κάνει κανείς re-tweet (RT), αναμεταδίδοντας το μήνυμα κάποιου άλλου. Δηλαδή εάν κάποιος χρήστης του twitterδημοσιεύσει ένα link για ένα άρθρο των NY Times, αυτοί που τον ακολουθούν (followers) μπορούν να βρουν το άρθρο χρήσιμο και στη συνέχεια να απαντήσουν κάνοντας εκ νέου re-tweetτο άρθρο, με αποτέλεσμα να είναι διαθέσιμο και στους δικούς τους followers. Έτσι, ακόμη και μια χούφτα χρήστες του twitter, (ας πούμε) με 20 followers ο καθένας, μπορούν να μεταδώσουν γρήγορα ένα μήνυμα σε εκατοντάδες ανθρώπους. Κάθε re-tweetενισχύει το μήνυμα όπως ένας ηλεκτρονικός ενισχυτής ενισχύει το σήμα ενός ήχου ή ενός video.

Στα κοινωνικά δίκτυα μάθησης, οι εκπαιδευτικοί είναι κόμβοι μεταξύ πολλών άλλων. Οι μαθητές συνήθως είναι κάπως επιλεκτικοί σχετικά με το ποίους κόμβους θέλουν να ακολουθήσουν και να ακούσουν. Συνεπώς, πολύ πιθανό είναι, ένας δάσκαλος να είναι ένας από τους πιο εξέχοντες κόμβους στο δίκτυο ενός μαθητή. Στο πλαίσιο αυτό σκέψεις, ιδέες και μηνύματα που ο δάσκαλος ενισχύει θα έχουν γενικά μεγαλύτερη πιθανότητα υιοθετηθούν από τους μαθητές.


Curating (επιμέλεια)

Ο εκπαιδευτικός παρότι συμμετέχει καθ’ όλη της διάρκεια της εκπαιδευτικής διαδικασίας, ο ρόλος του είναι να δρα στο παρασκήνιο δίνοντας ερμηνείες, κατευθύνσεις, κίνητρα και καθοδήγηση. Στο πλαίσιο αυτό, ο δάσκαλος θα πρέπει να αναγνωρίζει την αυτονομία των μαθητών του. Δεν αρκεί απλά να μεταφέρει γνώσεις, αλλά καλείται να δημιουργήσει ένα πλαίσιο εντός του οποίου η γνώση μπορεί να δημιουργηθεί, να ερμηνευτεί, και να διασυνδεθεί.

Ο εκπαιδευτικός θα πρέπει να αποφεύγει τις παραδοσιακές, δασκαλοκέντρικές μεθόδους που απλά παρουσιάζουν πληροφορία, αντιθέτως πρέπει να οργανώνει τη διδασκαλία του μαθήματος με τέτοιο τρόπο ώστε οι μαθητές να νιώθουν ότι «συναντούν τυχαία» την εκπαιδευτική πληροφορία που θέλει να τους διδάξει. Αναλυτικότερα, ο δάσκαλος αντί να αναπαράγει το μοντέλο «πρέπει να ξέρετε αυτό», πρέπει να παρουσιάζει το μαθησιακό υλικό που θέλει να διδάξει με έμμεσο τρόπο. Κατά τη διάρκεια ενός διαλόγου με τους μαθητές, μέσω σχόλιων και απόψεων σε ένα blog, σε συζητήσεις, εκφράζοντας τις προσωπικές του σκέψεις κ.τ.λ. αφήνοντας τους μαθητές ελεύθερους να καθοδηγήσουν τη μάθηση μόνοι τους.

Ουσιαστικά ο ρόλος του δάσκαλου είναι να δρα ως αφανής ήρωας που είναι συνέχεια παρόν για να βοηθήσει και να κατευθύνει τους μαθητές, χωρίς να φαίνεται ότι η μάθηση ρυθμίζεται από αυτόν.

Ανεύρεση λύσεων και κατανόηση νοήματος

Πόσο εύκολο είναι για τους μαθητές να κατανοήσουν πολύπλοκες πληροφορίες, που βασίζονται σε μια σειρά ασαφών και συχνά αντιφατικών ιδεών; Ο εκπαιδευτικός μπορεί να διευκολύνει την μάθηση και την επίλυση προβλημάτων υιοθετώντας μια μεθοδικότητα στον τρόπο διδασκαλίας του. Ωστόσο, μόνο η μεθοδικότητα και η βοήθεια του δασκάλου δεν είναι αρκετή για τη μάθηση.

Τα κοινωνικά δίκτυα μπορούν να βοηθήσουν σε αυτό το επίπεδο. Καθώς ο μαθητής επεκτείνει τα κοινωνικά δίκτυα του, μαθαίνει να φλιτάρει καλύτερα πληροφορίες, να βρίσκει λύσεις και να κατανοεί νέα νοήματα εντός του δικτύου μάθησης του. Επιπλέον, το δίκτυο από μόνο του αποτελεί ένα γνωστικό παράγοντα μάθησης- βοηθώντας το μαθητή να κατανοήσει σύνθετα θεματικά πεδία, στηριζόμενος όχι μόνο στην εξερεύνηση πόρων. Το κοινωνικό δίκτυο του μαθητή (ειδικότερα μάλιστα όταν πρόκειται για κοινωνικό δίκτυο ανθρώπων) από μόνο του είναι σε θέση να παρέχει υποδείξεις, να φιλτράρει πόρους και να επιστήσει την προσοχή σε σημαντικά θέματα, απορρίπτοντας συνδέσεις με αναξιόπιστους, παρωχημένους ή αδιάφορους κόμβους και δημιουργώντας συνδέσεις σε κόμβους αξιόπιστους που προσφέρουν λύσεις στην αντιμετώπιση προβλημάτων κ.τ.λ.

Ο ρόλος του δασκάλου στο σημείο αυτό είναι να δράσει υποστηρικτικά ενθαρρύνοντας την ανεύρεση λύσεων και βοηθώντας τους μαθητές στην κατανόηση του νοήματος μεταξύ των κόμβων του δικτύου.

Ενοποίηση (Aggregation)

Μεταξύ άλλων βασικός ρόλος του εκπαιδευτικού είναι η οργάνωση της διδακτέας ύλης και η ενσωμάτωση σε αυτή σχετικού πληροφορικού υλικού για τη διδασκαλία. Η χρήση web 2.0 εργαλείων μπορούν να χρησιμοποιηθούν για αυτό το σκοπό παρέχοντας εξαιρετικές ευκολίες. Υπηρεσίες όπως το Pageflakes, iGoogle, και Netvibesμπορούν να χρησιμοποιηθούν από το δάσκαλο για την ενοποίηση εκπαιδευτικού υλικού, συζητήσεων κ.τ.λ. (mash-up) ώστε οι μαθητές να έχουν άμεση πληροφόρηση και πρόσβαση σε διάφορες υπηρεσίες του διαδικτύου που χρησιμοποιούν κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσης τους.

Ο εκπαιδευτικός για παράδειγμα θα μπορούσε να ενσωματώσει σε ένα ορισμένο, προσβάσιμο από τους μαθητές διαδικτυακό σιστοχώρο, τα Twitsτων μαθητών της τάξης, τις ανακοινώσεις που βγαίνουν από το υπουργείο παιδείας μέσω rssfeed, υπερσυνδέσμους (links) σε ιστοσελίδες με εκπαιδευτικό υλικό, εκπαιδευτικά video από το youtubeκ.τ.λ. Έτσι οι μαθητές θα διευκολυνθούν στην αναζήτηση πληροφοριών που υπό άλλες συνθήκες θα έπρεπε να εντοπίσουν μόνοι τους στο αχανές περιβάλλον του διαδικτύου.

Φιλτράρισμα (filtering)

Το φιλτράρισμα των πόρων είναι ένας πολύ σημαντικός ρόλος του εκπαιδευτικού. Φιλτράρισμα μπορεί να γίνει μέσω ενός συνδυασμού των μηχανισμών της κατανόησης νοήματος, της επίλυσης προβλημάτων, και ενοποίησης(aggregation). Συνήθως οι εκπαιδευτικοί έχουν πολυετή εμπειρία στο φιλτράρισμα πληροφοριών, καθώς είναι εξοικειωμένοι με έννοιες, προβλήματα και παγίδες τις οποίες μπορεί να συναντήσουν οι μαθητές κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσης τους. Κατά αυτή την έννοια, παρότι ο εκπαιδευτικός παίζει σημαντικό ρόλο στο φιλτράρισμα των πληροφοριών στα δίκτυα μάθησης. Ωστόσο, παύει να είναι ο μοναδικός που φιλτράρει πληροφορίες και γνώσεις όπως στο παραδοσιακό μοντέλο διδασκαλίας που επιλέγει αποκλειστικά αυτός τη διδακτέα ύλη , αλλά μοιράζεται αυτή τη δυνατότητα και με τους μαθητές οι οποίοι μπορούν και μόνοι τους να επιλέξουν διδακτικές πηγές.

Έτσι, ο μαθητής αναζητώντας τη πληροφορία που τον ενδιαφέρει, την ενσωματώνει στο δίκτυο μάθησης του, αναπτύσσοντας και επικεντρώνοντας την κατανόησή του για ένα θέμα (κατανόηση νοήματος). Αξίζει να σημειωθεί ότι το φιλτράρισμα βασίζεται σε υποκειμενικές απόψεις. Ο δάσκαλος υποβοηθά τη διαδικασία φιλτραρίσματος πληροφοριών από τους μαθητές, παρέχοντας μια ροή ήδη φιλτραρισμένων πληροφοριών πάνω σε ένα συγκεκριμένο θέμα. Για παράδειγμα ο εκπαιδευτικός θα μπορούσε να προτείνει στους μαθητές blogsή/και sites με περιεχόμενο σχετικό με ένα συγκεκριμένο αντικείμενο μελέτης που έχει επιλέξει και θεωρεί χρήσιμα.

Παροχή βοήθειας τύπου modeling

Ο δάσκαλος κατά τη εκπαιδευτική διαδικασία καλείται να παρουσιάσει μια νέα θεωρία με την οποία οι μαθητές μαθαίνουν μέσω παρατήρησης. Ο εκπαιδευτικός πρέπει να παρουσιάσει στον μαθητευόμενο «πώς να σκέφτεται» για να επιλύσει μια εργασία ή ένα πρόβλημα αξιοποιώντας τα δίκτυα μάθησης. Πρέπει να βοηθήσει τον μαθητή να μάθει να χρησιμοποιεί τα δίκτυα μάθησης, αξιολογώντας κόμβους και δημιουργώντας συνδέσεις με αξιόπιστες πηγές μάθησης.

Με απλά λόγια ο ρόλος δάσκαλου στην κονεκτιβιστικό μοντέλο διδασκαλίας εμπεριέχει και την υποχρέωση αυτού να κατευθύνει το μαθητή ώστε να οργανώσει με σωστό τρόπο το «χάος» των δικτύων μάθησης.

Ως παράδειγμα διδασκαλίας στη δικτυωμένη μάθηση με παροχή βοήθειας τύπου modeling είναι η επίδειξη της χρήσης του εργαλείου deliciousγια την διαμοίραση πληροφοριακού υλικού με άλλους χρήστες. Οι μαθητές ακολουθώντας ένα συγκεκριμένο πρότυπο συμπεριφοράς για το πώς μπορούμε να αξιοποιήσουμε το συγκεκριμένο εργαλείο για λήψη μαθησιακού υλικού, θα επιδιώξουν να το χρησιμοποιήσουν.

Παρουσία (presence)
Ο εκπαιδευτικός χρειάζεται ένα σημείο ύπαρξης - παρουσίας: ένα blog, ένα προφίλ σε μια υπηρεσία κοινωνικής δικτύωσης, το Twitter, ή (πιθανότατα) και ίσως ένα συνδυασμό όλων αυτών για να σχηματίσει τη δική του διαδικτυακή ταυτότητα. Τι κάνετε όταν συναντάτε κάποιο νέο άτομο; Το πιο πιθανό είναι, ψάξετε πληροφορίες για αυτόν στο Google.

Χωρίς μια ταυτότητα, δύσκολα μπορεί κάποιος να επικοινωνήσει και να γνωριστεί με άλλους ανθρώπους γιατί αυτοί δείχνουν κάποια σχετική επιφύλαξη σε άτομα που δε γνωρίζουν. Αντίστοιχα, για να αξιοποιήσετε ως εκπαιδευτικός τα δίκτυα μάθησης – χρειάζεται να έχετε μια διαδικτυακή παρουσία. Για να μπορέσουν οι ιδέες, οι γνώσεις και οι απόψεις σας να αποτελέσουν πηγή μάθησης, πρέπει προηγουμένως να μπορούν να υπάρχουν ως κόμβοι σε ένα δίκτυο μάθησης. Οι μαθητές, έπειτα, θα αποφασίσουν αν θα πρέπει αν δημιουργήσουν συνδέσεις με «τον κόμβο σας» εκμεταλλευόμενοι τη γνώση που υπάρχει μέσα σε αυτόν και ξεπερνώντας την αρχική τους δυσπιστία για εσάς.

Συμπερασματικά, χωρίς μια υπαρκτή ταυτότητα δε μπορούμε να συμμετέχουμε σε κανένα δίκτυο μάθησης αφού δε μπορούμε να αποτελέσουμε κομμάτι-κόμβο αυτού. Πρέπει να έχουμεένα σημείο έκφρασης και παρουσίας.



3.3.6. Η τεχνολογια στην υπηρεσία της μάθησης


Τα προσωπικά δίκτυα μάθησης (PLN’s) πολλών ανθρώπων (δια)συνδεδεμένων μεταξύ τους αποτελούν ένα ευρύτερο δίκτυο μάθησης το οποίο τροφοδοτεί και τροφοδοτείται από αυτά. Η νέα τεχνολογία του Web2.0 παρέχει υποστηρικτικά μέσα για την εκπαίδευση της νέας γενιάς του διαδικτύου, που ψάχνει, προβληματίζεται και δημιουργεί συλλογικά. Στο πλαίσιο αυτό η εκπαίδευση καλείται να ενσωματώσει νέες μεθοδολογίες διδασκαλίας μέσω κοινωνικής δικτύωσης. Δεν είναι τυχαίο μάλιστα το γεγονός ότι το 55% των εφήβων και το 82% των φοιτητών χρησιμοποιούν τη συγκεκριμένη τεχνολογία . (Lisa Dawley2009, σελ 111)
Παρακάτω αναφέρονται εργαλεία κοινωνικής δικτύωσης. Στο βιβλίο περιγράφονται αναλυτικά πληροφορίες για καθένα από αυτά.


3.3.7 Η σχέση της θεωρίας του κονεκτιβισμού με άλλες προσεγγίσης μάθησης



Η σημερινή γενιά των μαθητών, γνωστή και ως γενιά του διαδικτύου, ενεργεί και μαθαίνει με τρόπους που απέχουν πολύ από τα παραδοσιακά μοντέλα μάθησης. Σήμερα περισσότερο από ποτέ είναι επιτακτική την ανάγκη υιοθέτησης νέων μεθόδων μάθησης.


Οι κλασσικές θεωρίες μάθησης (συμπεριφορισμός, γνωστικισμός και επικοδομισμός) είναι κυρίως προσανατολισμένες στην ερμηνεία της διαδικασίας μάθησης και λιγότερο στην αξία που έχει αυτό που μαθαίνεται. Επιπλέον, οι υπάρχουσες θεωρίες μάθησης αδυνατούν να ερμηνεύσουν τη μάθηση που συντελείται έξω από τα φυσικά πλαίσια του άτομου (π.χ. η μάθηση με χρήση της τεχνολογίας) καθώς και τη μάθηση που λαμβάνει χώρα μέσα σε οργανισμούς.

Απαντήσεις στις ανεπάρκειες των υπαρχόντων θεωριών μάθησης έρχεται να φέρει η θεωρία του κοννεκτιβισμού. Στον παρακάτω πίνακα παρουσιάζονται συνοπτικά οι βασικοί άξονες των παραδοσιακών θεωριών μάθησης και του κονεκτιβισμού.




Συμπεριφορισμός
Γνωστικισμός
Επικοδομισμός
Κονεκτιβισμός
Ορισμός
βασίζεται στις αισθητές και παρατηρήσιμες αλλαγές της συμπεριφοράς. Εστιάζει σε ένα νέο σχέδιο (pattern) το οποίο επαναλαμβάνεται μέχρι μια συμπεριφορά να γίνει αυτόματη
Η μάθηση ως επεξεργασία της πληροφορίας (αντίληψη, μνήμη, αναπαραστάσεις, λύση προβλημάτων…) Οι πληροφορίες έρχονται απέξω και μέσω των αισθήσεων, αποθηκεύ-ονται αρχικά στην βραχυπρόθεσμη και στη συνέχεια στη μακροπρόθεσμη μνήμη. Η μάθηση ορίζεται σαν αλλαγή μέσα στις νοητικές δομές του ατόμου.
Η μάθηση είναι μια ενεργός διαδικασία στην οποία οι μαθητές/τριες κατασκευάζουν ενεργά τη γνώση δεδομένου ότι προσπαθούν να κατανοήσουν τον κόσμο που τους περιβάλλει. Κάθε οργανισμός συνθέτει νοητικά πρότυπα ή σχήματα μέσω των οποίων κατανοεί τις εμπειρίες του. Αυτά τα νοητικά πρότυπα κατασκευάζονται με βάση την προγενέστερη γνώση, τις νοητικές δομές και τις υπάρχουσες πεποιθήσεις του. Η μάθηση είναι απλά η εσωτερική ρύθμιση των νοητικών προτύπων ή σχημάτων, ώστε να ενσωματώσουν τις νέες εμπειρίες.
Η γνώση βασίζεται σε ένα δίκτυο από κόμβους & συνδέσεις που αναδιαμορφώνονται &επανασυνδέονται δημιουργώντας νέα γνώση.
Θεωρητικοί
Thorndike, Pavlov, Watson, Guthrie, Hull, Tolman, Skinner
Koffka, Kohler, Lewin, Piaget, Ausubel, Bruner, Gagne
Piaget, Vygotsky
Siemens, Downes
Βασικές έννοιες
Ερέθισμα- απόκριση σε ερέθισμα
Αναπαραγωγή της γνώσης
Αλληλεπίδραση (με γνωστικά αντικείμενα(Piaget), ,κοινωνική (Vygotsky))
Σύνδεση με (προσθήκη) κόμβων και επέκταση του δικτύου
Γνώση
Μαύρο κουτί –δεν ασχολείται με το ποιες διεργασίες λαμβάνουν χώρα εσωτερικά, εστιάζει μόνο στη παρατηρήσιμη συμπεριφορά
Δομημένη, υπολογιστική
Κοινωνική, δημιουργείται από κάθε μαθητή (προσωπική)
Κατανεμημένη στο πλαίσιο ενός δικτύου, κοινωνική, βασίζεται στη τεχνολογική εξέλιξη και την αναγνώριση και ερμηνεία προτύπων
Ο ρόλος του εκπαιδευτικού
δάσκαλος βρίσκεται στο επίκεντρο της μάθησης είναι «αυθεντία», δημιουργός και «μεταλαμπαδευτής» της μιας και μοναδικής γνώσης
Ο εκπαιδευτικός παίζει σημαντικό ρόλο
Υποστηρικτικός με βοηθώντας των μαθητή να ανακαλύψει τη μάθηση μόνος του
Επικουρικός/ υποβοηθητικός βοηθώντας το μαθητή να σχηματίσει και να αξιοποιήσει το προσωπικό του δίκτυο μάθησης
Ο ρόλος του μαθητή
Ο μαθητής δεν έχει ούτε τον έλεγχο της μάθησης ούτε το χρόνο που χρειάζεται για να επιτευχθεί η μάθηση.
Ο μαθητής είναι ενεργητικός κάτοχος της πληροφορίας.
Στο κέντρο της μάθησης. Ο μαθητής πρέπει να ενθαρρυνθεί για να ανακαλύψει την βαθύτερη φύση ενός θέματος ή ενός προβλήματος
Ο μαθητής στο κέντρο της μάθησης.
Συνεπιδρώντες παράγοντες
Ανταμοιβή, τιμωρία, ερέθισμα
Υπάρχον σχήμα, προηγούμενες εμπειρίες
Εμπλοκή, συμμετοχή, κοινωνικοί παράγοντες, πολιτιστικοί παράγοντες
1. Ποικιλότητα του δικτύου
2. η ισχύς των συνδέσμων
3. το πλαίσιο της εμφάνισης
Μνήμη
Καταγραφή επαναλαμβανόμενων εμπειριών, όπου η ανταμοιβή και η τιμωρία παίζουν σημαντικό ρόλο
Κωδικοποίηση, αποθήκευση, ανάκτηση
Πρότερη γνώση σε συνδυασμό με το υπάρχον πλαίσιο
Προσαρμοζόμενα πρότυπα, αντιπροσωπεύει την τρέχουσα κατάσταση, κόμβοι
Διδακτικές στρατηγικές
Δασκαλοκεντρική μάθηση
Καθοδηγούμενη μάθηση από το δάσκαλο με έμφαση στο τρόπο δόμησης της γνώσης στο εγκέφαλο του μαθητή
Μαθητοκεντρική μάθηση
Άτυπη μάθηση, μικρομάθηση, αυτοκαθοδηγούμενη μάθηση
Τρόποι διδασκαλίας που υποστηρίζονται καλύτερα
Διδασκαλία προσανατολισμένη στη δραστηριότητα (Task-based learning)
Συλλογιστική, σαφείς στόχοι, προσανατολισμένη στην επίλυση προβλημάτων
Κοινωνικά, ασθενώς ορισμένα(“illdefined”) προβλήματα
Σύνθετη μάθηση, γρήγορες αλλαγές και ποικίλες πηγές γνώσης
Διδακτική μεθοδολογία
1.Θέσε τους στόχους και επιμέρισε τους σε βήματα
2.Κάνε υποδείξεις & δώστε στοιχεία για να καθοδηγήσεις τους μαθητές να αναπτύξουν την επιθυμητή συμπεριφορά.
3.Χρησιμοποιήστε συνέπειες (επιβράβευση, τιμωρία) για την ενίσχυση της επιθυμητής συμπεριφοράς..
1.Οργανώστε τις νέες πληροφορίες.
2.Σύνδεσε τις νέες πληροφορίες με την υπάρχουσα γνώση.
3.Χρησιμοποίησε τεχνικές για καθοδηγήσεις & να υποστηρίξεις την προσοχή των μαθητών, την κωδικοποίηση, και τη διαδικασία ανάκτησης.
1.Θέστε αυθεντικά προβλήματα μάθησης που να εγείρουν το προσωπικό ενδιαφέρον του μαθητή.
2.Δημιούργησε ομάδες μαθησιακών δραστηριοτήτων.
3.Μοντελοποίησε και καθοδήγησε τη κατασκευή της γνώσης
1.Οργανώστε τη διδασκαλία γύρω από τη χρήση εργαλείων του web 2.0
2.Παρουσιάστε εμμέσως τις διδακτικές έννοιες που θέλετε να διδάξετε, δίνοντας την εντύπωση στο μαθητή ότι τις ανακαλύπτει μόνος του
3. Καθοδηγήστε όπου χρειάζεται το μαθητή για βρει τρόπους αξιοποίησης του δικτύου μάθησης του

περιεχόμενα



3.2. Κονεκτιβισμός και web 2.0


Η συζήτηση για τον κονεκτιβισμό και η ανάλυση της επίδρασης του στον τρόπο μάθησης και στις Web 2.0 τεχνολογίες στην εκπαίδευση είναι σημαντική και μας βοηθά να κατανοήσουμε πώς οι σημερινές τάξεις του σχολείου, η διδασκαλία και τα συστήματα της εκπαίδευσης θα εξελιχθούν στο μέλλον.

Με τον πολλαπλασιασμό των Web 2.0 εργαλείων στην εκπαίδευση, υπάρχει ανάγκη να κατανοήσουμε πώς οι τάξεις έχουν μεταμορφωθεί και να επανεξετάσουμε τις υποστηρικτικές θεωρίες μάθησης, σε μια προσπάθεια να κατανοήσουμε καλύτερα τους μαθητές. Κατά τον εικοστό πρώτο αιώνα, όπου η online εκπαίδευση αυξάνεται με ταχείς ρυθμούς, μια νέα προτεινόμενη θεωρία μάθησης όπως ο κονεκτιβισμός πρέπει να μελετηθεί, για να αποφασίσουμε εάν μπορεί να χρησιμοποιηθεί στην μάθηση και τη διδασκαλία, καθώς ασχολείται με τις τάσεις που κυριαρχούν στη μάθηση, τη χρήση της τεχνολογίας και των δικτύων, καθώς και τη μείωση του κύκλου ζωής της γνώσης.

Πέρα από κάθε αμφιβολία, ο κονεκτιβισμός έχει διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην παροχή των εκπαιδευτικών με εργαλεία ηλεκτρονικής μάθησης που έχουν αλλάξει τις τάξεις τόσο από την άποψη της διδασκαλίας όσο και της μάθησης. Για να διευκολυνθούν οι συνδέσεις σε αυτό το νέο οικοσύστημα του κονεκτιβισμού αναπτύχθηκαν εργαλεία όπως ιστολόγια, wikis, λογισμικό υποστήριξης της συνεργασίας, λογισμικό κοινωνικής δικτύωσης κλπ.. O Sims (Sims, 2008) αναφέρει ότι πολλές χιλιάδες άρθρα έχουν αφιερωθεί για τους υπολογιστές και τη μάθηση τα τελευταία τριάντα χρόνια και συνεχίζουν ακόμη και σήμερα και ότι σχεδόν όλα εστιάζονται σε κάποια πτυχή της ηλεκτρονικής μάθησης και αυτό καθιστά την συζήτηση για τον κονεκτιβισμό ως θεωρία μάθησης στο πλούσιο περιβάλλον των ηλεκτρονικών εργαλείων επίκαιρη όσο ποτέ.

Η θεωρία μάθησης που πρότεινε ο G.Siemens και για την οποία ο Ryan (Ryan, 2009) ανέφερε ότι “ο κονεκτιβισμός είναι μια λογική εξέλιξη από τον ινστραξιονισμό και τον κονστρουκτιβισμό στη νέα εποχή του Web 2.0 ” περιλαμβάνει το σύνολο της εργασίας που έγινε από τους προκάτοχούς του στην προσπάθειά τους να φέρουν τις έννοιες της ηλεκτρονικής μάθηση μέσα και έξω από την τάξη ως προς όφελος τόσο των εκπαιδευομένων όσο και των εκπαιδευτών, χρησιμοποιώντας ειδικούς στο σχεδιασμό διδακτικής ως όχημα για να ηγηθεί αυτής “επίθεσης”. Ένας σημαντικός λόγος που κάνει τον κονεκτιβισμό να μην επεκτείνεται γρήγορα είναι η έλλειψη χρημάτων για τη δημιουργία ενός τέτοιου κατάλληλου περιβάλλοντος. Αν αυτό το εμπόδιο θα μπορούσε να ξεπεραστεί και να αντικατασταθεί από την παροχή υλικού και το λογισμικού σε όλους, τα παράγωγα του κονεκτιβισμού θα μπορούσαν να είναι αισθητά καθολικά μέσω του Web 2.0.

Κατά τους Kop & Hill (Kop & Hill, 2008) η μεγαλύτερη πρόκληση που θα αντιμετωπίσει ο κονεκτιβισμός είναι να τοποθετήσει την πράξη στο πλαίσιο της μάθησης σε διάφορους γνωστικούς τομείς. Όχι μόνο σε τεχνολογίες που βασίζονται στο web αλλά και σε όλες τις πτυχές της μάθησης.

Αν κοιτάξουμε λίγο την ιστορία κατά την περίοδο στα τέλη του 1990 και του 2000 υπήρξε άνοδος του audio και video streaming και άρχισαν να παρουσιάζονται πλατφόρμες για κοινωνική δικτύωση, κοινότητες βασισμένες στην πρακτική και εφαρμογές όπως τα ιστολόγια και τα wikis. Το φαινόμενο χαρακτηρίστηκε επίσης από την εντατικοποίηση των σχέσεων που λαμβάνουν χώρα στο διαδίκτυο αφαιρώντας μερικές φορές την ανάγκη για προσωπική αλληλεπίδραση. Αυτό σήμαινε ότι η μάθηση μπορεί να επιτευχθεί μόνο online.

Ενώ λοιπόν οι online εικονικές κοινότητες εξελίχθηκαν παραδοσιακά ως ένας τρόπος να κρατιούνται σε επαφή άνθρωποι μια ομοιογενούς περιοχής, η εποχή της κοινωνικής δικτύωση επέτρεψε αυθόρμητες αλληλεπιδράσεις (συχνά για πολύ μικρά χρονικά διαστήματα) μεταξύ εντελώς διαφορετικών ανθρώπων να έρθουν σε επαφή και να δομήσουν κοινότητες.

Οι κυριότερες πτυχές του Web 2.0 (Reilly, 2005) είναι η αρχιτεκτονική της συμμετοχής και των υπηρεσιών του, το λογισμικό πάνω από το επίπεδο μιας μεμονωμένης συσκευής, καθώς η αξιοποίηση της συλλογικής νοημοσύνης. Αυτές οι πτυχές είναι επίσης συνδεδεμένες με τα χαρακτηριστικά των μαθητών. Το δίκτυο – ο πυρήνας του κονεκτιβισμού - έχει εξελιχθεί αλματωδώς, ιδιαίτερα με τη διάδοση των τεχνολογιών Web 2.0. Τα ιστολόγια, τα wikis, τα μικρο ιστολόγια, τα κοινωνικά δίκτυα κλπ. είναι ένας τρόπος για μαθητές και δασκάλους να συνεργάζονται και να επικοινωνούν ελεύθερα οποιαδήποτε στιγμή.

Μελέτες σήμερα προβλέπουν ότι μέχρι το 2020, η διάχυτη συνεργασία (διαθεσιμότητα οποτεδήποτε, οπουδήποτε), οι βασισμένες στο περιεχόμενο τεχνολογίες, τα ανθρωποκεντρικά επικεντρωμένα στη γνώση κοινωνικά υπολογιστικά παραδείγματα τα οποία θα είναι και επεκτάσιμα, θα είναι το μέλλον των συνεργατικών περιβαλλόντων (Ballersteros, 2006).

Η εξέλιξη των δικτύων κινητής τηλεφωνίας με την πλήρη υποστήριξη των συσκευών έχει πυροδοτήσει μια μεγάλη αλλαγή φιλοσοφίας όσον αφορά τα συστήματα μάθησης. Σε αυτή την γενιά των μαθητών και τον τρόπο μάθησης στοχεύει ο κονεκτιβισμός. Υπάρχουν ανάγκες για χρήση ετερογενών τεχνολογιών οποτεδήποτε, οπουδήποτε. Μία από τις βασικές αρχές του κονεκτιβισμού είναι ότι χρειαζόμαστε να γνωρίζουμε τον αγωγό που περιέχει το περιεχόμενο, με άλλα λόγια, την τεχνογνωσία για να αποκτήσουμε πρόσβαση στο ποιοτικό περιεχόμενο.

Η έλευση των blogs των wikis και των αναγκών για κοινωνική δικτύωση έχει ανοίξει προσβάσιμους πόρους για μάθηση. Οι περισσότεροι μαθητές σήμερα είναι πολύ ανυπόμονοι να μάθουν νέες δεξιότητες και έννοιες με ακόρεστη διάθεση για αναζήτηση γνώσης στο διαδίκτυο και όχι σε πραγματικές βιβλιοθήκες.

Τώρα οι μαθητές μπορούν να έχουν πρόσβαση στο διαδίκτυο μέσω της νέας γενιάς των Web 2.0 εργαλείων, να επικοινωνήσουν με άλλους μαθητές ή εκπαιδευτικούς, να μάθουν από τις εμπειρίες των άλλων μέσα από τα blogs, τα podcasts και τα wikis και να παρουσιάσουν τις εργασίες τους με «πλούσιο» περιεχόμενο. Στο νέο αυτό πλαίσιο ο δάσκαλος / καθηγητής βοηθά τους μαθητές, δείχνοντάς τους πώς να αποκτήσουν αυθεντικές πληροφορίες και τους καθοδηγεί στην όλη
διαδικασία. Οι φοιτητές είναι ελεύθεροι να εξερευνήσουν και να ανακαλύψουν το διαδίκτυο, να δομήσουν και να μοιραστούν τις γνώσεις τους.

Πρόσφατες έρευνες δείχνουν ότι οι μαθητές θεωρούν ότι τα εργαλεία κοινωνικής δικτύωσης μπορούν να βοηθήσουν στην εκμάθηση. Οι (R. Shriram, & S. Carlise, 2010) αναφέρουν “οι φοιτητές πιστεύουν ακράδαντα ότι η χρήση των Web 2.0 εργαλείων, όπως τα ιστολόγια το Twitter, το Facebook κλπ μπορούν να βοηθήσουν στην απόκτηση, τη διάδοση και την ανάλυση των πληροφοριών και της γνώσης σε μεγάλο βαθμό”.

Στις μέρες μας όπως σημειώνει και ο I. Bessenyei (I. Bessenyei, 2007) το όριο μεταξύ της μάθησης και της διδασκαλίας γίνεται λιγότερο διακριτό. Για τη γενιά του διαδικτύου, το internet δεν είναι ένα μέσο για την μάθηση είναι η πλατφόρμα και το κέντρο της προσωπικής μελέτης. Στον περίγυρο του eLearning 2.0, υπάρχει η ευκαιρία να ανακατασκευαστεί ένα οργανικό περιβάλλον μάθησης. Ωστόσο, η εφαρμογή του κονεκτιβισμού και των Web 2.0 τεχνολογιών στην πράξη, δεν είναι ένα εύκολος στόχος. Στο επίκεντρο βρίσκεται το γεγονός ότι δάσκαλοι πρέπει να απομακρυνθούν από τον παραδοσιακό μαυροπίνακα, την διάλεξη με συσκευές παρουσίασης όπως ο προβολέας, σε νέα δικτυωμένα πρότυπα διδασκαλίας.




περιεχόμενα






3.3. Βιβλιογραφία

  1. Siemens, G. (2004). Connectivism: A Learning Theory for the Digital Age. eLearningSpace
  2. Siemens, G. (2005). Connectivism: Learning as Network-Creation. eLearningSpace
  3. Siemens, G. (2005-2009). Personal Blog
  4. Barabási, A. L., (2002) Linked: The New Science of Networks, Cambridge, MA, Perseus Publishing.
  5. Ana-Marian Marhan (April 2007). Connectivism:Steps Towards rethinking e-learning theory and practice.
  6. Siemens, G. (2010). Connectivism in the Enterprise, Keynote
  7. Downes, S (2010). Learning Networks and Connective Knowledge
  8. Kop,R. Hill, A. (2008). Connectivism: Learning theory of the future or vestige of the past? The International Review of Research in Open and Distance Learning, 9(3).
  9. Siemens, G. (2006). Connectivism: Learning and knowledge today. Global Summit 20
  10. Dawley, L. (2009). Social network knowledge construction: Emerging virtual world pedadogy. On The Horizon 17(2), 109-121
  11. M. Cole, Y. Engestrom (1993) A cultural-historical approach to distributed cognition
  12. Η. Καρασαββίδη και Β. Κόμη, Συνεργασία και Μάθηση: Θεωρητικά Μοντέλα και Διδακτικές Προσεγγίσεις»




περιεχόμενα